O μαρξισμός δεν είναι δυνατόν να αναχθεί μόνον στη μαρξιστική θεωρία, ακόμα και αν πρόκειται για τη θεωρία του ίδιου του Μαρξ. "Συναντάει" τις μάζες, διαπλέκεται με την ιστορία, συμμετέχει σε κοινωνικές πρακτικές: Είναι λοιπόν ταυτόχρονα και μια ιδεολογία (ίσως και περισσότερες)

Gerard Bensussan

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ΑΝΤΑΡΣΥΑ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 2 Μαρτίου 2014

Συνθέτοντας αδιέξοδα

    Το τελευταίο διάστημα, γύρω από τη θυελλώδη (εκ)τροπή της συζήτησης που λαμβάνει χώρα στο εσωτερικό της ριζοσπαστικής Αριστεράς, σχετικά με την ενδεχόμενη συμπόρευση της ΑΝΤΑΡΣΥΑ με το Σχέδιο Β’, στη βάση ενός μεταβατικού προγράμματος, ξεδιπλώθηκε στον τύπο και στο διαδίκτυο μία σειρά προβληματικών. Μέσα από την ανάγνωσή τους, μπορούμε  να σταθμίσουμε το επίπεδο της τρέχουσας φάσης της διαλεκτικής διάδρασης των συλλογικών υποκειμένων του χώρου με το ιστορικό και το κοινωνικό γίγνεσθαι. Η ιδιαίτερη επιμονή για ξεκαθάρισμα σε – προγραμματικό επίπεδο – αιχμών που άπτονται σε προωθημένα, πεφρασμένα ή δυνητικά,  αιτήματα του εργατικού κινήματος, καθώς και η ταύτισή τους με το ζήτημα της εξουσίας (η εξουσία συνήθως γίνεται αντιληπτή, όχι ως σχέση αλλά ως κάποιο αντικείμενο που σήμερα το έχει μια τάξη και αύριο μία άλλη μπορεί να της το πάρει αν κατοχυρώσει  νομικά κάποιον άλλο τρόπο διαχείρισης των επιχειρήσεων) ανοίγουν εντέλει ζητήματα με οποία αναμετράται το σύνολο της ριζοσπαστικής και κομμουνιστικής Αριστεράς.

Κρίση της Ευρώπης ή Καπιταλιστική κρίση;
    Οι δυνάμεις του Σχεδίου Β’ έχουν κατηγορηθεί πως υπερτονίζουν το ρόλο της Ευρώπης και πιο συγκεκριμένα της κοινής νομισματικής πολιτικής, σε σχέση με τη συνέχεια της κρίσης, όπως τη βιώνει η εργαζόμενη πλειοψηφία στην Ελλάδα, πως δεν κάνουν συνολική, εις βάθος κριτική στις ρίζες αυτού του φαινομένου, οι οποίες βρίσκονται στην παγκόσμια καπιταλιστική κρίση. Είναι γεγονός ότι για τα δεινά της χώρας, μα και της τάξης συνολικά, για τα δεινά εντέλει κάθε ανθρώπου που μοχθεί για μια ζωή με αξιοπρέπεια και διαρκώς σκοντάφτει στις αλυσίδες του, ευθύνεται ο καπιταλιστικός τρόπος παραγωγής. Ιδιαίτερα σε περιόδους κρίσης και με τις απαιτήσεις για άμεση απόσπαση υπεραξίας να μεγαλώνουν, οι όροι ύπαρξης και κοινωνικής αναπαραγωγής των καταπιεζόμενων στρωμάτων δυσχεραίνουν. Σε τελική ανάλυση δηλαδή τα βάρη που σήμερα λυγίζουν την πληττόμενη πλειοψηφία της ελληνικής κοινωνίας είναι παράγωγα του καπιταλισμού και της καπιταλιστικής κρίσης. Αυτή η διαπίστωση όμως είναι στοιχειώδης και όσο μένει ξεκομμένη από τη συγκεκριμένη ανάγνωση της συγκεκριμένης κατάστασης, δεν είναι παρά μία ανεπεξέργαστη και εκνευριστικά αφαιρετική θέση, δίχως καμία αναλυτική χρησιμότητα.
    Κάθε υποκείμενο που έχει οδηγηθεί από το ειδικό των επιμέρους διαπιστώσεων που κωδικοποιούν την εμπειρία του, στο γενικό αυτής της μαρξιστικής θέσης, οφείλει να επιτρέψει στο στοχασμό του να κατέλθει εκ νέου στο ειδικό: δηλαδή να συζητήσει με ποιον τρόπο και μέσα από ποιες μορφές, εκφράζεται η καπιταλιστική κρίση και επίσης μέσα από ποιες διαδικασίες επιδρά στον κοινωνικό σχηματισμό, τι κόστος έχει για το υλικό συμφέρον κάθε τάξης το προχώρημα ή η διακοπή της κάθε μίας από αυτές τις διαδικασίες, σε ποιο βαθμό η μία ή η άλλη δομική αναδιάρθρωση βοηθά εντέλει στην επίλυση, ή συμβάλει στην αναπαραγωγή της αντίθεσης που προκάλεσε την κρίση κλπ. Σε αυτή την κάθοδο προς το ειδικό είναι που εντοπίζουμε το συγκεκριμένο, αυτοτελή και κομβικό ρόλο των μηχανισμών της ευρωπαϊκής περιφερειακής ολοκλήρωσης, αλλά και της ιδιαίτερης εφαρμοσμένης εντός τους μνημονιακής πολιτικής.

Η ειδική αξία του αιτήματος για έξοδο από την Ε.Ε.
    Είναι ολότελα σωστή η θέση πως η ιδιαίτερα οξεία μορφή που έλαβε η κρίση στις χώρες της Ε.Ε. αντανακλά τον αντιδραστικό χαρακτήρα ενός εγχειρήματος περιφερειακής καπιταλιστικής ολοκλήρωσης. Θα πρέπει να προσθέσουμε εδώ, την πρόσθετη αδυναμία ενός τέτοιου εγχειρήματος να αναπαράγει τα νεοφιλελεύθερα χαρακτηριστικά του, μέσω αγοραίας αυτορρύθμισης στην εσωτερική οικονομία σε συνθήκες κρίσης. Υπό τις δοσμένες συνθήκες, η επιστροφή σε κεϋνσιανά μοντέλα δεν μπορεί, ή μπορεί σε εξαιρετικά μειωμένο βαθμό, να διατηρήσει ανοδική την πορεία του ποσοστού κέρδους. Αυτό ωθεί γραμμικά το ευρωπαϊκό κεφάλαιο σε αναζήτηση διεξόδων ιμπεριαλιστικής επέκτασης, προσδίδοντάς του όλο και περισσότερο επιθετικά χαρακτηριστικά.  Επιπλέον, σε μεγάλο βαθμό η «νεοφιλελεύθερη μετάλλαξη» της Ε.Ε, στην πραγματικότητα, δεν ήταν παρά η φυσιολογική αντίδραση του Οργανισμού απέναντι στις κρίσεις της δεκαετίας του ‘70 καταρχήν και στην καταλυτική επίδραση του ανοίγματος των νέων αγορών, σε συνδυασμό με τη γιγάντωση του διεθνούς χρηματοπιστωτικού ανταγωνισμού στη δεκαετία του ’90, σε ένα επόμενο στάδιο. Προκύπτουν λοιπόν σοβαρά ερωτηματικά, σχετικά με την πραγματική έκταση των δυνατοτήτων αναπαραγωγής του εγχειρήματος περιφερειακής ολοκλήρωσης καθεαυτού, τουλάχιστον στη βάση σχέσεων καλής εταιρικότητας και των θεμελιωδών κανόνων του διεθνούς δικαίου.
    Αφήνοντας όμως στην άκρη το εξαιρετικά ενδιαφέρον αυτό ερώτημα, μπορούμε ήδη να σκιαγραφήσουμε τη μία πλευρά στην οποία εξειδικεύεται το ζητούμενό μας. Είπαμε ότι για τη ζοφερή πραγματικότητα την οποία καλείται να αντιμετωπίσει ο ελληνικός λαός σε ένα αφαιρετικό επίπεδο ευθύνεται όντως η καπιταλιστική κρίση. Όμως, η αιτία του ριζώματός της και του ιδιαίτερα οξύ χαρακτήρα της, είναι το γεγονός ότι η χώρα μας αποτελεί τμήμα ενός νεοφιλελεύθερου μηχανισμού περιφερειακής ολοκλήρωσης, ο οποίος  αδυνατεί να ανταπεξέλθει στο διεθνή ανταγωνισμό, λόγω δομικών εσωτερικών δυσλειτουργιών.
    Η κομμουνιστική Αριστερά στην Ελλάδα στάθηκε για πολλά χρόνια με συνέπεια απέναντι στην ευρωπαϊκή ολοκλήρωση. Καταδίκασε δίχως μισόλογα την ψήφιση της Συνθήκης του Μάαστριχ, το ευρωσύνταγμα, τη διεύρυνση της Ένωσης. Είναι κυριολεκτικά εγκληματική για το παρόν και το μέλλον του λαϊκού κινήματος, η υποχώρηση από αυτή την οξυδερκή και τίμια στάση, στο χυλό του γενικόλογου αριστερού οπορτουνισμού, όπου κάθε κίνηση αποδέσμευσης από την καπιταλιστική κρεατομηχανή της Ε.Ε, κρίνεται άνευ σημασίας εάν δε συνοδεύεται από πέρασμα της εξουσίας στα χέρια του λαού (ή της παραγωγής σε εργατικό έλεγχο σύμφωνα με άλλη εκδοχή, της ίδιας ουσιαστικά μηχανιστικής αναλυτικής). Η θέση αυτή σπέρνει τη σύγχυση στις γραμμές του κινήματος, δημιουργεί ψευδή δίπολα, πάνω στα οποία αναπαράγεται η διαίρεση του επαναστατικού δυναμικού και βαλτώνει το άρμα της ανατροπής.

Έξοδος από την ευρωζώνη: Συστράτευση με το… «λόμπι της δραχμής»;
Από εκεί και πέρα, είναι σαφές ότι η είσοδος – υπαγωγή της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ, έπαιξε και παίζει έναν επιπλέον ρόλο στην κατάρρευση της ελληνικής οικονομίας. Η ύπαρξη παρασιτικού αστικού κατεστημένου είναι πραγματική. Είναι συγκεκριμένοι καναλάρχες, τραπεζίτες, εργολάβοι και μεγαλοεπιχειρηματίες που συγκροτούν το λόμπι του ευρώ και οι οποίοι «βολεύτηκαν» και συνεχίζουν να πλουτίζουν μέσα από τη φτώχεια, την εξαθλίωση και το θάνατο των καταπιεσμένων μαζών. Η έξοδος από το ευρώ κατά το πρόγραμμα των αριστερών ριζοσπαστικών δυνάμεων που την υπερθεματίζουν, στρέφεται ενάντια σε αυτά τα συμφέροντα, τα οποία φέρουν μεγάλο, συγκεκριμένο και μετρήσιμο βάρος ευθυνών, αλλά είναι σαφέστατο ότι δε λειτουργούν προς συμφέρον της μερίδας του μεγάλου κεφαλαίου που συναλλάσσεται σε διαφορετικά νομίσματα. Καταρχήν γιατί αυτές οι δυνάμεις εμπλέκονται σε ενιαίο δίκτυο συμφερόντων, με πολύ σχετικά όρια αυτονομίας. Δεύτερον, διότι η λογική της εξόδου από την ευρωζώνη συνοδεύεται με ένα σχέδιο συνολικής ανασυγκρότησης σε κατεύθυνση που αν μη τι άλλο αμφισβητεί τη σύγχρονη θέση της χώρας στην ιμπεριαλιστική αλυσίδα. Η έξοδος από το ευρώ (και την Ε.Ε), σε συνδυασμό με τον τερματισμό του ελέγχου της τρόικα σημαίνει δυνατότητα χάραξης αυτόνομης νομισματικής, οικονομικής και κοινωνικής πολιτικής. Οι όροι αυτοί είναι εκ των ουκ άνευ για τη χάραξη αυτόνομης εξωτερικής πολιτικής και διεθνούς στρατηγικής, έξω από τις επιδιώξεις της ΝΑΤΟϊκής συμμαχίας και εντέλει σε σύγκρουση μαζί τους.
    Εάν αυτά αποτελέσουν συνθήκες, το τι περιεχόμενο θα λάβει η παραγωγική ανασυγκρότηση της χώρας, θα είναι ζήτημα άμεσα εξαρτημένο από τους ταξικούς συσχετισμούς στο εσωτερικό του ελληνικού σχηματισμού, τον οποίο κανείς δεν μπορεί να προκαταβάλει. Κανείς δεν μπορεί να ελέγξει διά μέσω διακηρύξεων την πορεία της ταξικής πάλης και ένα συλλογικό υποκείμενο με αναφορά σε μία κοινωνική τάξη δεν μπορεί να επιβάλει τη νίκη της τάξης αυτής, παρά μόνο να δημιουργήσει το πεδίο στο οποίο η τάξη θα μπορούσε να διεκδικήσει τη νίκη με καλύτερους όρους. Το σίγουρο είναι ότι τα μέτρα που συζητήσαμε πλήττουν τα διεθνή ιμπεριαλιστικά συμφέροντα, αλλά και αποτελούν από μόνα τους σκληρό χτύπημα στη λοκομοτίβα του εγχώριου κεφαλαίου. Δίνουν κατ’ αυτόν τον τρόπο, το προβάδισμα στις δυνάμεις της εργασίας. Το προβάδισμα αυτό ενισχύεται, από μία σειρά μέτρων αναδιοργάνωσης του κοινωνικού κράτους, που κάθε κυβέρνηση με αριστερή προοπτική θα επιδιώξει και σαφώς πολύ πιο εύκολα θα υλοποιήσει έξω από τη μέγγενη των μνημονίων και των μηχανισμών που τα επιβάλουν.
   Καθώς η ελληνική ριζοσπαστική Αριστερά συνθέτη και ανασυνθέτει το αυτονόητο μέσα σε ένα λαβύρινθο αφαιρέσεων και γενικεύσεων, η ανεργία στη χώρα αυξάνει, η νεολαία φυτοζωεί είτε μεταναστεύει, πρόσφυγες εκτελούνται στα σύνορα, το πρεκαριάτο αναζητά συσσίτια, οι φασίστες σηκώνουν κεφάλι και ολόκληρη η γερασμένη ήπειρος μυρίζει μπαρούτι, καθώς το ιμπεριαλιστικό κτήνος  γυαλίζει τις σάλπιγγες του πολέμου. Είναι σε αυτή τη συγκυρία που η πρωτοπορία του ελληνικού αντικαπιταλιστικού κινήματος αποδεικνύει, με εμμονική πλέον επιμονή, την ανεπάρκειά της να σηκώσει την ευθύνη που της χρέωσε η Ιστορία. Είναι πραγματικά λυπηρό ότι  χρειάζεται να μπαίνουμε επαναληπτικά σε διαδικασίες, διεξοδικής ανάλυσης εγκεφαλικών καταστάσεων – δυνατοτήτων, που δε βαίνουν εντέλει προς υλοποίηση εξαιτίας της εγκληματικής αναλγησίας της κομμουνιστικής ηγεσίας και μίας διάχυτης μυωπικής αντίληψης για την ιστορική πραγματικότητα. Η στάση αυτή της ριζοσπαστικής Αριστεράς είναι που αφήνει τελικά τη δεξιά σοσιαλδημοκρατία του ΣΥΡΙΖΑ να σέρνει μόνη της το μέλλον του λαού μας προς ένα πιο βαθύ και επικίνδυνο αδιέξοδο. Μπορούμε μόνο να ελπίζουμε, ότι η συμπίεση του χρόνου που προκαλεί η νέα φάση της κρίσης σε εσωτερικό και διεθνές επίπεδο, μαζί με την καλή παρακαταθήκη που αφήνουν οι όποιες ζυμώσεις έγιναν το τελευταίο διάστημα, θα δημιουργήσουν ένα γόνιμο έδαφος για τη συγκομιδή των αναγκαίων συμπερασμάτων στο σύντομο μέλλον. Ίσως εντέλει αύριο να μην είναι αργά.

Τετάρτη 17 Ιουλίου 2013

Το ενιαίο μέτωπο, η μεγάλη πρόκληση.














Συνεδριακή χρονιά το 2013 για την Αριστερά. Το ΚΚΕ είχε «ένα από τα πιο σημαντικά συνέδρια στην ιστορία του κόμματος», όπως αναφέρει το ίδιο, ο ΣΥΡΙΖΑ χαρακτηρίζει το δικό του συνέδριο «ιδρυτικό» με ό,τι σημαίνει αυτό και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ με τη 2η πανελλαδική της Συνδιάσκεψη, δεν εξαιρείται από το κοινό κλίμα: Είναι ώρα στρατηγικών απαντήσεων. Σε αυτό τοπίο σπαρμένο ερωτήματα και προκλήσεις, παρεμβαίνει με το δικό του αιρετικό και πρωτότυπο τρόπο ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου με το νέο του βιβλίο που έχει τίτλο «Η κρίση, η Αριστερά, η Εξουσία, Η μεγάλη πρόκληση» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λιβάνη.
Αν η μεγάλη πρόκληση του καιρού μας είναι η έξοδος από την κρίση, η μεγάλη πρόκληση για την ίδια την Αριστερά είναι το ενιαίο μέτωπο, μια παλιά ιδέα που διαρκώς έρχεται στην επικαιρότητα. Το βιβλίο του Πέτρου Παπακωνσταντίνου είναι μια μάχιμη απάντηση στο βασικό (μέχρι και …υπαρξιακό) ερώτημα αν η Αριστερά μπορεί να αποτελέσει σήμερα την πολιτική εκείνη δύναμη που θα θέσει τέρμα στην πορεία κοινωνικής καταστροφής που δρομολογείται στο έδαφος της κρίσης και της μνημονιακής τη διαχείρισης. Η απάντηση του συγγραφέα κοντολογίς είναι «ναι, υπό πολύ αυστηρές προϋποθέσεις».

Η Αριστερά στο στρατηγείο του αντιπάλου
Όπως εύστοχα σχολιάζει το βιβλίο, η εκλογική άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ και το πλησίασμά του στην κυβερνητική εξουσία παρά την κινηματική νηνεμία, μοιάζει με «ένα κίνημα που αποτυγχάνει παρά τις επανειλημμένες εφόδους του να εκπορθήσει το φρούριο του εχθρού, στέλνει με καταπέλτη μια αριστερή κυβέρνηση στο στρατηγείο του αντιπάλου, ενώ το ίδιο συνεχίζει να βρίσκεται στρατοπεδευμένο εκτός των τειχών». Είναι αυτό καταδικαστέο; Όχι, είναι όμως πιθανό να συμβεί. Σε αυτήν την περίπτωση όμως, δύο επιλογές μένουν σε μια αριστερή κυβέρνηση: Η άτακτη αναδίπλωση, η προδοσία των λαϊκών ελπίδων «για να καταρρεύσει πολύ γρήγορα» ή η δρομολόγηση βαθύτατων ριζοσπαστικών αλλαγών, «που θα τη θέσουν σε τροχιά ιστορικής σύγκρουσης με την ελληνική ολιγαρχία και τον ιμπεριαλισμό», όπως τονίζεται χαρακτηριστικά. Ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου οσμίζεται και αναλύει την αριστερή, χαιρέκακη εκδοχή της λογικής του «ώριμου φρούτου»: Η γρήγορη αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ θα ανοίξει το δρόμο στην επαναστατική Αριστερά, λένε αρκετοί. Είναι όμως έτσι; «Αν καταρρεύσει απότομα ο ΣΥΡΙΖΑ … χωρίς να έχει προηγηθεί μια απότομη άνοδος του λαϊκού κινήματος … το αποτέλεσμα θα έχει αρνητικές μακροχρόνιες επιπτώσεις για το σύνολο της Αριστεράς», επισημαίνεται, όπως έχει τουλάχιστον αποδείξει και η ιστορική εμπειρία: Μετά τις καταρρεύσεις των σοσιαλιστικών καθεστώτων, την πλήρωσαν με ανυποληψία και οι δυνάμεις που ασκούσαν κριτική στον «υπαρκτό»…

Και η μεταρρύθμιση θέλει επανάσταση
Σε αυτή την εποχή των ακραίων κοινωνικών φαινομένων, ακόμη και οι μερικές μεταρρυθμίσεις θα επιβληθούν με επαναστατικό τρόπο, υποστηρίζει ο συγγραφέας. «Ακόμη κι ο κεϋνσιανός πρέπει να γίνει λίγο λενινιστής για να παραμείνει έστω κεϋνσιανός που σέβεται τον εαυτό του», όπως το θέτει παραστατικά. Ζήτημα κεντρικό δεν είναι άλλο από την ευρωπαϊκή ενοποίηση, πολιτική και νομισματική. Όπως εκτιμά ο Π. Παπακωνσταντίνου, μια κυβέρνηση που θα θελήσει να τηρήσει τις δεσμεύσεις του ΣΥΡΙΖΑ σε ένα απόλυτα εχθρικό περιβάλλον όπως το σημερινό, «θα αναγκαστεί μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα να φύγει από το ευρώ, να κόψει δραχμές, να εφαρμόσει ελέγχους στο συνάλλαγμα και να εθνικοποιήσει τις τράπεζες». Με το να χαρακτηρίζει το πρόβλημα του ευρώ «ψευτοδίλημμα», ο ΣΥΡΙΖΑ απλώς «χάνει σε φερεγγυότητα» κατά τον συγγραφέα.

Κινηματικές πρωτοβουλίες με πολιτική στήριξη
Με τέτοια ζητήματα άλυτα, πώς θα ενωθεί όμως αυτή η Αριστερά; Στο μεγάλο αυτό ερώτημα, η απάντηση του Πέτρου Παπακωνσταντίνου αφορά μάλλον μια άλλη, ιδεατή ακόμη, Αριστερά. Όπως λέει ο ίδιος, σήμερα διατυπώνονται από τις δύο κύριες αριστερές δυνάμεις «δύο καρικατούρες μετωπικής πολιτικής»: Από τη μια ο «κοινοβουλευτικός σοσιαλισμός» του ΣΥΡΙΖΑ που καλεί τους πάντες να πάρουν κάρτα μέλους και να αναστείλουν την κριτική και από την άλλη ο «επαναστατικός τελεσιγραφισμός» του ΚΚΕ. Η έξοδος από αυτές τις …Συμπληγάδες είναι μια «γραμμή ενιαίου μετώπου, με μεγάλες κινηματικές πρωτοβουλίες, που θα έχουν όμως κεντρική πολιτική στήριξη από το σύνολο των αριστερών δυνάμεων, ώστε να εξασφαλίσουν πνοή νίκης».
Όπως τονίζει χωρίς περιστροφές ο συγγραφέας, «οι μεγάλες στρατηγικές διαφορές μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν επιτρέπουν τουλάχιστον επί του παρόντος ούτε εκλογικό συνασπισμό, ούτε κοινό κυβερνητικό σχήμα», γεγονός που θέτει εκ νέου ζήτημα αριστερής αντιπολίτευσης ακόμη και σε μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Τότε η …Αριστερά της Αριστεράς «οφείλει να κρατήσει κριτική στάση», στηρίζοντας τα θετικά μέτρα και βγαίνοντας στο δρόμο για κάθε απόφαση που συνιστά υποχώρηση.
Και το μέτωπο; Ένα άλλο πολιτικό επίπεδο ενότητας διαγράφει ως πρόταση στο σήμερα ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου. Όχι στενά εκλογικό, ούτε όμως και πλαδαρά κινηματικό, ώστε μέσα στη διαλεκτική της πάλης για την ηγεμονία και την κοινωνική σωτηρία να προκύψει μια αχτίδα ελπίδας: «Το κόμμα φτιάχνει το μέτωπο, αλλά επίσης, το μέτωπο φτιάχνει το κόμμα», επισημαίνει. Και σαν τα σωματίδια της φυσικής που έλκονται και απωθούνται, το μέτωπο αυτό «χωρίς το ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να γίνει, χωρίς το ΚΚΕ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν μπορεί να πετύχει».


[ Του Γιώργου Λαουτάρη, από το περιοδικό Αναιρέσεις, τεύχος 21, καλοκαίρι 2013]