O μαρξισμός δεν είναι δυνατόν να αναχθεί μόνον στη μαρξιστική θεωρία, ακόμα και αν πρόκειται για τη θεωρία του ίδιου του Μαρξ. "Συναντάει" τις μάζες, διαπλέκεται με την ιστορία, συμμετέχει σε κοινωνικές πρακτικές: Είναι λοιπόν ταυτόχρονα και μια ιδεολογία (ίσως και περισσότερες)

Gerard Bensussan

Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλτουσέρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Αλτουσέρ. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Τετάρτη 28 Νοεμβρίου 2012

το υποκειμενικό στοιχείο χωρίς υποκείμενο

Δυο ιδέες μου φαίνεται πως κυριαρχούν στις έρευνες που διεξάγονται διεθνώς, με έναν ζήλο αδιάψευστο  πάνω στο θεωρητικό του έργο.
--Η πρώτη αφορά τον προσδιορισμό της σχέσης του  Αλτουσέρ  απέναντι στο μαρξισμό.
--Η δεύτερη αφορά την αναζήτηση στο έργο του  Αλτουσέρ  μιας θεωρίας για το υποκείμενο.
Ως προς το πρώτο ζήτημα, θεωρώ, για να το πω χωρίς περιστροφές, ότι ο μαρξισμός δεν υπάρχει. .Όπως έχω ήδη υπενθυμίσει, ο Sylvain Lazarus απέδειξε πως ανάμεσα στον Μαρξ και τον Λένιν δεν υπάρχει συνέχεια και ανάπτυξη, αλλά μόνο τομή και θεμελίωση. Τομή υπάρχει ομοίως ανάμεσα στον Στάλιν και τον Λένιν κι ακόμη, ανάμεσα στον Μάο και τον Στάλιν. Ο  Αλτουσέρ αποτελεί μια διαφορετική επιπλέον απόπειρα. Κι αυτό που περιπλέκει την εικόνα, είναι ότι κάθε μια από αυτές τις ρήξεις είναι διαφορετικής φύσεως. Όλα αυτά κάνουν τον "μαρξισμό"  ταυτόσημο με το (κενό) όνομα ενός απόλυτα μη συνεπούς συνόλου, από τη στιγμή που τον συσχετίζουμε, όπως οφείλουμε, με την ιστορία τον πολιτικών ενικοτήτων.
Θα σημειώσουμε άλλωστε, ότι το πρόταγμα μιας "μαρξιστικής φιλοσοφίας", που αναγγέλθηκε κάποτε από τον  Αλτουσέρ, εγκαταλείφθηκε στη συνέχεια από τον ίδιο. Ο Αλτουσέρ εξηγεί θαυμάσια στο Ο Λένιν και η φιλοσοφία πως ο Μάρξ και ο Λένιν δε θεμελιώνουν μια καινούργια φιλοσοφία, αλλά --κάτι που είναι ολότελα διαφορετικό και που παραπέμπει στην πολιτική-- μια νέα φιλοσοφική πρακτική.
Eτούτο σημαίνει ότι είναι αδύνατον να εισχωρήσει κανείς στο έργο του  Αλτουσέρ, θεωρώντας το ως μια ακόμη "περίπτωση" του μαρξισμού, ή ως την ανολοκλήρωτη μαρτυρία μιας μαρξιστικής φιλοσοφίας. Για να κατανοήσει κανείς  το έργο του Αλτουσέρ, θα πρέπει να λάβει υπόψιν του τη μοναδικότητα του εγχειρήματός του και τους εντελώς ιδιαίτερους, δικούς του στόχους.
Το προκαταρκτικό επομένως ερώτημα είναι: Πώς, από ποιο πεδίο της σκέψης, θα μπορούσαμε να συλλάβουμε τη μοναδικότητα του Αλτουσέρ; Πώς να κατορθώσουμε κάτι τέτοιο, χωρίς a priori και μάλιστα χωρίς το a priori του μαρξισμού ;
Ως προς το δεύτερο σημείο θεωρώ ότι δεν υπάρχει στον Αλτουσέρ και δεν μπορεί να υπάρχει, θεωρία του υποκειμένου.
Κατά τον Αλτουσέρ, κάθε θεωρία λειτουργεί μέσα από έννοιες. Ωστόσο, το "υποκείμενο" δεν είναι έννοια.Το θέμα αυτό έχει αναπτυχθεί με τη μεγαλύτερη δυνατή διαύγεια στο κείμενό του Για τη σχέση του Μαρξ με τον Χέγκελ. Επί παραδείγματι: " Η έννοια της διαδικασίας είναι επιστημονική, η ιδέα του υποκειμένου ιδεολογική". "Υποκείμενο" δεν είναι το όνομα μιας έννοιας, αλλά αυτό μιας ιδέας, δηλαδή ο δείκτης μιας ανυπαρξίας. Δεν υπάρχει υποκείμενο, αφού αυτό που υπάρχει είναι μόνο  διαδικασία.
Η πολύ συχνή, βασιζόμενη σε κάποια κείμενα του Αλτουσέρ για την ψυχανάλυση, απόπειρα, να συμπληρώνουμε στο συγκεκριμένο σημείο τον Αλτουσέρ με τον Λακάν είναι κατά την άποψή μου  ανεφάρμοστη. Στον Λακάν υπάρχει μια θεωρητική έννοια του υποκειμένου, που διαθέτει μάλιστα ένα οντολογικό καθεστώς. Καθότι το είναι του υποκειμένου είναι η σύζευξη του κενού με το αντικείμενο α. Ωστόσο δεν υπάρχει τίποτα τέτοιο στον Αλτουσέρ, για τον οποίο το αντικείμενο υπάρχει ακόμη λιγότερο κι απ’ το υποκείμενο. Ο Αλτουσέρ γράφει: "Αντικείμενο = η κατοπτρική αντανάκλαση του υποκειμένου". Το αντικείμενο συνιστά λοιπόν την εικόνα μιας ανυπαρξίας. Η διαδικασία χωρίς υποκείμενο εκπληρώνεται εξίσου καλά και ως διαδικασία χωρίς αντικείμενο.
Μέσα σε αυτές τις συνθήκες το δεύτερο προκαταρκτικό ερώτημα που τίθεται, είναι το εξής: εάν δεν υπάρχει υποκείμενο, εάν δεν υπάρχει παρά μόνο διαδικασία χωρίς υποκείμενο, πώς μπορούμε να διακρίνουμε την πολιτική από την επιστήμη των  διαδικασιών χωρίς υποκείμενο, από την επιστήμη που είναι η ιστορία, υπό τη μορφή του ιστορικού υλισμού; Πώς να διακρίνουμε την πολιτική από την επιστήμη (από τον ιστορικό υλισμό), χωρίς βεβαίως, να τη συρρικνώσουμε σε ιδεολογία;


Tου Αλαιν Μπαντιου (μετάφραση: Νίκος  Ηλιάδης)
Όπως δημοσιεύτηκε στην Αυγή την 15/ 11/ 2009

Σάββατο 10 Ιουλίου 2010

Ταξική πάλη και συνδικαλιστικοί αγώνες (ΜΕΡΟΣ Α')

Εργατική τάξη και «τρεϊντγιουνιονισμός»
Η οικονομική ταξική πάλη, που δεν είναι σε θέση από μόνη της να κρίνει την κρίσιμη μάχη της σοσιαλιστικής επανάστασης, δηλαδή τη μάχη για την κατάληψη της κρατικής εξουσίας, δεν συνιστά μια δευτερεύουσα ή υποδεέστερη μορφή πάλης. Αποτελεί την υλική βάση της πολιτικής πάλης. Καθότι, η πολιτική ταξική πάλη είναι αδύνατη ή μάταιη όσο δεν υπάρχει πεισματώδης, καθημερινή και αδιάλειπτη οικονομική πάλη. Η πολιτική ταξική πάλη είναι υπαρκτή ή εν δυνάμει νικηφόρα, μόνο όταν ριζώνει βαθιά στην οικονομική ταξική πάλη, και μόνο σ' αυτήν, διότι η οικονομική ταξική πάλη είναι (αν μπορώ να χρησιμοποιήσω αυτήν την κάπως μεταφορική έκφραση) η -καθοριστική σε τελική ανάλυση- υποδομή της ίδιας της πολιτικής πάλης, που είναι απ' την πλευρά της (διότι αυτός είναι ο ρόλος της) η μόνη που μπορεί να καθοδηγήσει την κρίσιμη μάχη των λαϊκών μαζών. Υπάρχει συνεπώς πρωτείο της πολιτικής ταξικής πάλης: αλλά τούτο το πρωτείο γίνεται κούφια λέξη όσο η βάση της πολιτικής πάλης, η οικονομική ταξική πάλη, δεν διεξάγεται σε καθημερινό επίπεδο, ακούραστα, σε βάθος και με την ορθή γραμμή.
Όπως είναι προφανές η θέση αυτή κονιορτοποιεί τις θέσεις των μικροαστών «θεωρητικών» σε σχέση με το πρωτείο των λεγόμενων «ποιοτικών» επί των λεγόμενων «ποσοτικών»διεκδικήσεων, όπως επίσης και τις ψευδομαρξιστικές θέσεις για τα «τρεϊντγιουνιονιστικά όρια» των αγώνων της εργατικής τάξης όταν αυτή αφήνεται στον εαυτό της, θέσεις που αποδίδονται στον Λένιν από όσους τον έχουν διαβάσει επί τροχάδην.
Διότι ο Λένιν ουδόλως ισχυρίζεται ότι η εργατική τάξη όταν αφήνεται στον εαυτό της διεξάγει αποκλειστικά και μόνο μια οικονομική μορφή ταξικής πάλης. Ο τρεϊντγιουνιονισμός στον οποίο αναφέρεται συνιστά μια πολιτική πάλη, με τη διαφορά ότι διεξάγεται με βάση μια λανθασμένη πολιτική γραμμή, μια ρεφορμιστική γραμμή, που αρκείται να ζητάει μεταρρυθμίσεις απ’ το αστικό κράτος και την αστική κυβέρνηση, αλλά δεν αμφισβητεί ποτέ την ύπαρξη του κράτους της αστικής τάξης. Ο τρεϊντγιουνιονισμός χρησιμοποιεί τους αγώνες των εργατικών συνδικαλιστικών οργανώσεων και τους θέτει στην υπηρεσία μιας ρεφορμιστικής πολιτικής γραμμής, εν ολίγοις μιας πολιτικής γραμμής που προωθεί την ταξική συνεργασία. Αλλά και σ’ αυτήν την περίπτωση υπάρχει μια στενή σχέση συνδικάτων και κόμματος: τι θα ήταν το Εργατικό Κόμμα της Αγγλίας δίχως τα συνδικάτα; Μπορούμε μάλιστα να παραδεχτούμε ότι το Εργατικό Κόμμα έχει ριζώσει σ' ένα βαθμό στα σημαντικότερα συνδικαλιστικά σωματεία της Μεγάλης Βρετανίας: αλλά πρέπει επίσης να προσθέσουμε ότι οι μεγάλοι συνδικαλιστές ηγέτες, όπως οι Bevin, Bevan και Wilson, άπαξ και κατέλαβαν θέσεις εξουσίας (άπαξ και βρέθηκαν δηλαδή στην κεφαλή της κυβέρνησης της Αυτού Ιμπεριαλιστικής Ευγενούς Μεγαλειότητας), δεν άργησαν να «αποκοπούν» από τους συνδικαλιστικούς αγώνες, για να τους «αναχαιτίσουν» σε μια πρώτη φάση και να τους πολεμήσουν ανοιχτά σε μια δεύτερη. Αυτό συμβαίνει πάντοτε με τους «σοσιαλιστές που κυβερνούν», δηλαδή τους ακολούθους του αστικού κράτους.
Συνεπώς, θα ήταν εντελώς λάθος να ερμηνεύσουμε τη φράση του Λένιν για τον «τρεϊντγιουνιονισμό» ως ακραίο όριο στο οποίο μπορεί να φτάσει το εργατικό κίνημα με τις δικές του δυνάμεις, ως μια διατύπωση που θέτει στο στόχαστρο της την αυθόρμητη οικονομική ταξική πάλη του εργατικού κινήματος. Τουναντίον, στο στόχαστρο της βρίσκονται τα απόλυτα όρια της αυθόρμητης πολιτικής πάλης του εργατικού κινήματος, την οποία ο τρεϊντγιουνιονισμός σπρώχνει στη ρεφορμιστική παγίδα της ταξικής συνεργασίας. Αυστηρά μιλώντας, ο τρεϊντγιουνιονισμός τείνει στην κατάκηση της «κυβέρνησης», ποτέ όμως του καπιταλιστικού κράτους. Συμπερασματικά: γίνεται «πιστός διαχειριστής του καπιταλιστικού καθεστώτος».

Μάζες και συνδικαλισμός
Είναι συνεπώς αναγκαίο αφενός να αποκαταστήσουμε την πραγματικότητα, και αφετέρου να αναδείξουμε το ρόλο του συνδικαλιστικού αγώνα, ο οποίος εξακολουθεί να δέχεται τιςεπιθέσεις των «πρωτοπόρων θεωρητικών» ή να θεωρείται πρακτικά ως δευτερεύουσας σημασίαςαπό ορισμένους κομμουνιστές, που έχουν άλλωστε εν προκειμένω, μια εξίσου εσφαλμένη αντί ληψη για το ρόλο τους στον πολιτικό αγώνα. Διότι ο συνδικαλιστικός αγώνας προσλαμβάνει, στις μεγάλες εργατικές συνδικαλιστικές Ομοσπονδίες (ανθρακωρυχεία, μεταλλωρυχεία, σιδηρόδρομοι, οικοδομές, κ.λπ.) χαρακτήρα άμεσης οικονομικής ταξικής πάλης. (Ενώ αντιθέτως στα υπαλληλικά συνδικάτα δεν υπάρχει άμεση σχέση με την οικονομική ταξική πάλη.) Πρέπει να αποκαταστήσουμε την πραγματικότητα και να κατανοήσουμε για ποιο λόγο δεν υπάρχει εφικτή κομμουνιστική πολιτική ταξική πάλη δίχως βαθιές ρίζες στην οικονομική ταξική πάλη των μαζών και δίχως την ορθή τοποθέτηση και δράση των κομουνιστών στην οικονομική ταξική πάλη, και συνεπώς στους «διεκδικητικούς» αγώνες.
Είδαμε προηγουμένως τον ύστατο λόγο που αιτιολογεί αυτή τη θέση: δεδομένου ότι ολόκληρο το καπιταλιστικό καθεστώς στηρίζεται σε τελική ανάλυση στην άμεση οικονομική εκμετάλλευση της εργατικής τάξης και των υπολοίπων μη εργατών μισθωτών εργαζομένων της πόλης και της υπαίθρου, ο αγώνας ενάντια στον καπιταλισμό περνά αναπόφευκτα από την άμεση πάλη ενάντια στην άμεση εκμετάλλευση. Περνά επίσης, κατά δεύτερο λόγο, από τον αγώνα ενάντια στις έμμεσες μορφές εκμετάλλευσης.
Αλλά αυτός ο αγώνας διεξάγεται από τις μαζικές οργανώσεις (διότι μπορεί να διεξαχθεί ως μαζικός αγώνας), οι οποίες διαφέρουν κατ' ουσίαν (αφενός λόγω της θέσης και των κανόνων λειτουργίας τους -την ευρύτερη δυνατή συνδικαλιστική δημοκρατία- και αφετέρου λόγω της πρακτικής τους) από τα Κομμουνιστικά Κόμματα. Πρόκειται πράγματι για μάζες, διότι η εκμετάλλευση αγγίζει όλους τους εργάτες και τους εργαζομένους μηδενός εξαιρουμένου: είναι η καθημερινή τους μοίρα και τη βιώνουν σε άμεση και συνεχή βάση. Συνεπώς μέσα από τους αγώνες για τις υλικές διεκδικήσεις ανοίγει ο δρόμος για να προσχωρήσουν οι μάζες στην αντικειμενική δράση κατά του καπιταλιστικού συστήματος. Οι μάζες• όχι μόνο η πρωτοπορία του προλε ταριάτου, ούτε μόνο το προλεταριάτο, αλλά και οι μισθωτοί μη προλετάριοι εργαζόμενοι της πόλης και της υπαίθρου, οι φτωχοί αγρότες, οι υπό προλεταριοποίηση μικροαγρότες, και όλοι όσοι αντικειμενικά είναι θύματα της καπιταλιστικής εκμετάλλευσης -συμπεριλαμβανομένων αρκετών υπαλλήλων των ιδεολογικών κρατικών μηχανισμών (για παράδειγμα των εκπαιδευτικών) ή και ορισμένων κατασταλτικών κρατικών μηχανισμών (για παράδειγμα ορισμένων κατηγοριώνδιοικητικών υπαλλήλων).
Αν πράγματι οι μάζες κάνουν την ιστορία, και αν από την άλλη οι μάζες δεν μπορούν να οδηγήσουν την ιστορία στη νίκη της Σοσιαλιστικής Επανάστασης, παρά μέσω της πολιτικής ταξικής πάλης και υπό την καθοδήγηση της πολιτικής οργάνωσης της πρωτοπορίας του προλεταριάτου, είναι τότε σαφές και εύλογο ότι οι μάζες, όταν θα κινητοποιηθούν, δεν θα αποδεχτούν την πολιτική καθοδήγηση του Κόμματος παρά μόνο αν έχουν επί μακρόν ενωθεί και κινητοποιηθεί στον αγώνα κατά της οικονομικής εκμετάλλευσης του καπιταλιστικού καθεστώτος, μέσα από μια μακρά, επίπονη, ηρωική, επίμονη και ταπεινή συνδικαλιστική πάλη διεκδικήσεων με βάση μια ορθή γραμμή.

Λουΐ Αλτουσέρ, Πολιτικά και Φιλοσοφικά Κείμενα