O μαρξισμός δεν είναι δυνατόν να αναχθεί μόνον στη μαρξιστική θεωρία, ακόμα και αν πρόκειται για τη θεωρία του ίδιου του Μαρξ. "Συναντάει" τις μάζες, διαπλέκεται με την ιστορία, συμμετέχει σε κοινωνικές πρακτικές: Είναι λοιπόν ταυτόχρονα και μια ιδεολογία (ίσως και περισσότερες)

Gerard Bensussan

Σάββατο 1 Φεβρουαρίου 2014

Ο ΟΠΟΡΤΟΥΝΙΣΜΟΣ ΣΤΟ ΕΝΙΑΙΟ ΜΕΤΩΠΟ ΕΝΑΝΤΙΑ ΣΤΟ ΦΑΣΙΣΜΟ: ΟΙ ΔΙΕΘΝΕΙΣ ΠΗΓΕΣ ΤΟΥ



ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 Από τους πρώτους μήνες της ναζιστικής κατοχής οι Βέλγοι κομμουνιστές άρχισαν να οργανώνουν απεργίες. Το Μάιο του 1941 το Κόμμα δημοσιεύει ένα πρόγραμμα που καθορίζει ως πρώτο καθήκον των κομμουνιστών τη μάχη ενάντια στον κατακτητή. Καλεί στη δημιουργία του Μετώπου Ανεξαρτησίας ως ένα πλατύ ενωτικό λαϊκό κίνημα αντίστασης στον εχθρό.
Το ΚΚΒ προώθησε την αντίσταση σε εφτά κατευθύνσεις.
Από την άνοιξη του 1941 συγκροτήθηκαν οι ένοπλες ομάδες των ανταρτών με το όνομα Βελγικός Αντάρτικος Στρατός που εκτέλεσαν 962 Γερμανούς στρατιωτικούς, ανάμεσά τους στρατηγοί, συνταγματάρχες, διοικητές κλπ., 1.137 προδότες και συνεργάτες και τραυμάτισαν 255.
Οι Επιτροπές Συνδικαλιστικού Αγώνα ένωσαν την εργατική τάξη ενάντια στον κατακτητή. Επίσης οργάνωσαν τους αγρότες, τη νεολαία, τους διανοούμενους, την πολιτική αντίσταση, την άμυνα του Εβραϊκού πληθυσμού. Δύο χιλιάδες κομμουνιστές έδωσαν τη ζωή τους.
Το Μέτωπο της Ανεξαρτησίας (ΜΑ) περιλάμβανε πέρα από το ΚΚΒ, από πλευράς κομμάτων, ανεξάρτητους (τα κόμματά τους δεν υπήρχαν πια) που πριν από τον πόλεμο ήταν μέλη του Σοσιαλδημοκρατικού, του Καθολικού, του Φιλελεύθερου Κόμματος. Το ΜΑ δημιουργήθηκε με πρωτοβουλία του ΚΚΒ το 1941. Επεξεργάστηκε στη συνέχεια μια σημαντική πλατφόρμα οκτώ σημείων, το περιεχόμενο της οποίας ήταν το εξής:
1. Μάχη με όλα τα μέσα ενάντια στους κατακτητές.
2. Συντονισμός του αγώνα.
3. Σαμποτάζ και αγώνας ενάντια στη συνεργασία, καταγγελία της πολιτικής αδιαφορίας.
4. Τιμωρία των προδοτών.
5. Μποϋκοτάζ και σαμποτάζ στους θεσμούς που δημιούργησε ο κατακτητής.
6. Υπεράσπιση των συνταγματικών ελευθεριών (αυτό έχει μεγάλη σημασία).
7. Προετοιμασία του εθνικού ξεσηκωμού.
8. Συμβολή στο μεγάλο παγκόσμιο αγώνα που διεξάγονταν από τους συμμάχους και από όλους τους καταπιεσμένους λαούς.
Το ΚΚΒ συμμαχώντας, δικαιολογημένα, με την πατριωτική αστική τάξη, υιοθέτησε την αρχή «όλα για το Ενιαίο Μέτωπο» και για να ικανοποιήσει αυτή την αρχή παραχώρησε την ηγεσία του μετώπου στην αστική τάξη, εγκαταλείποντας το αυτόνομο πρόγραμμά του και υιοθετώντας το πρόγραμμα του Μετώπου.
Τo ΚΚΒ ξέχασε ότι όποιες και αν είναι οι συνθήκες, η αστική τάξη διατηρεί πάντα την ταξική της ιδιότητα. Το ΚΚΒ ξέχασε ότι σε ένα ενιαίο μέτωπο σε σωστή βάση δεν αρκεί μόνο η ύπαρξη ενότητας και πάλης μέσα στο Μέτωπο, αλλά ότι είναι βασικό το Κόμμα να διατηρήσει την αυτονομία του, και να ενισχυθεί γιατί αυτό είναι και πρέπει να είναι κινητήρια δύναμη του Μετώπου. Εγκαταλείποντας την ηγεσία του Μετώπου στην αστική τάξη, την τάξη που ενδιαφερόταν πάνω απ’ όλα για «το σεβασμό στις συνταγματικές ελευθερίες» (σημείο 6 της πλατφόρμας), δηλαδή στη διατήρηση του αστικού κράτους, του αστικού ελέγχου, το ΚΚΒ εγκατέλειψε το δικό του πρόγραμμα. Το ΚΚΒ εξέφρασε τις άμεσες προσδοκίες των μαζών χωρίς να ανεβάσει τις προσδοκίες τους πέρα από το στόχο να «φύγει ο κατακτητής», να ανεβάσει δηλαδή τις προσδοκίες των μαζών σε επίπεδο επαναστατικής συνείδησης. Και όμως είχε τη δυνατότητα: Ο λαός μαχόταν όχι μόνο για να διώξει τον κατακτητή, αλλά για να επικρατήσει μετά από τα χρόνια του τρόμου -που τα πολιτικά συμφέροντα και η συνθηκολόγηση της κυρίαρχης τάξης είχαν επιτρέψει- μία κοινωνία δίκαιη και αδελφωμένη, όπως το παράδειγμα της ηρωικής και μαρτυρικής ΕΣΣΔ. Ολα αυτά ο λαός τα ήθελε ασαφώς και αυθόρμητα. Το καθήκον λοιπόν του ΚΚΒ έπρεπε να είναι η διάλυση αυτής της σύγχυσης, το ανέβασμα του αυθορμητισμού στη συνειδητοποίηση.
Ο οπορτουνισμός του ΚΚΒ εκφράζεται στην έλλειψη προοπτικής, ενώ η συνασπισμένη Δεξιά μέσα στη χώρα και στο Λονδίνο ετοιμαζόταν πυρετωδώς για την Απελευθέρωση, κάτι που το ΚΚΒ είναι αδύνατο να αγνοούσε, έχοντας τους δικούς του εκπροσώπους στο Λονδίνο.
Πώς μπορεί να εξηγηθεί η έλλειψη προοπτικής του ΚΚΒ στην εφαρμογή μίας τακτικής και μίας στρατηγικής για την απελευθέρωση που θα απαντούσε στις προσδοκίες και στα συμφέροντα των εργαζόμενων μαζών;
Ο «δεξιός» οπορτουνισμός του ΚΚΒ στην Απελευθέρωση θα το βάλει οριστικά σε ένα δρόμο που θα καθορίσει την πολιτική του γραμμή μεταπολεμικά και έως τις ημέρες μας. Στην Απελευθέρωση ο στόχος του Κόμματος θα είναι να αποκομίσει τα ψίχουλα της εξουσίας από τη συμμετοχή στην αστική κυβέρνηση. Η πολιτική του Κόμματος έκτοτε θα χαρακτηρίζεται από τον κοινοβουλευτικό κρετινισμό, από το συμβιβασμό και το φόβο απέναντι στην αστική τάξη, από τη δυσπιστία απέναντι στις μάζες, από τη θριαμβολογία, την αδυναμία να αναγνωρίσει τα λάθη του, στα οποία εμμένει.
Την επομένη της Απελευθέρωσης, 5 Σεπτεμβρίου του 1944, το Μέτωπο της Ανεξαρτησίας καταρτίζει το πρόγραμμα άμεσης δράσης με την πλήρη συμφωνία του ΚΚΒ. Αυτό το πρόγραμμα καλεί στην παλινόρθωση του κράτους, και των θεσμών του, «των συνταγματικών ελευθεριών» του. Καλεί στην ηγεσία της χώρας τη βελγική προπολεμική κυβέρνηση, που είχε καταφύγει στο Λονδίνο, αυτή την ίδια κυβέρνηση που τόσο ενδιαφερόταν να προστατεύσει τους Βέλγους φασίστες και να φυλακίσει τους κομμουνιστές. Το ΚΚΒ θα υπογράψει -και θα εφαρμόσει- (παραθέτω από το πρόγραμμα του ΜΑ) «τη στενή και έντιμη συνεργασία με τις αρχές», σε όλα τα επίπεδα, ακόμη και με τις κυβερνητικές, δικαστικές και αστυνομικές αρχές, με το βελγικό στρατό και της Αγγλο-αμερικανικές αρχές που έφτιαχναν τους νόμους στην απελευθερωμένη χώρα.
Υπήρχε ένα σημαντικό εμπόδιο στην πραγματοποίηση αυτού του προγράμματος του ΜΑ και του ΚΚΒ: Οι αντιστασιακοί. Οι αντιστασιακοί που δεν είχαν πολεμήσει για να επανέλθουν στην εξουσία οι συνθηκολόγοι. Ομως το πρόγραμμα του ΜΑ, που είχε εγκριθεί από το ΚΚΒ, προέβλεπε την εξόντωση των αντιστασιακών με την ενσωμάτωση τους στο νόμιμο βελγικό στρατό με το πρόσχημα ότι ο πόλεμος δεν είχε τελειώσει, ενώ όλοι ήξεραν ότι το τέλος του πλησίαζε και ήταν αναπόφευκτο. Για να γίνει αυτό έπρεπε να αφοπλιστεί η Αντίσταση.
Οι Αντιστασιακοί αρνήθηκαν να παραδώσουν τα όπλα, διαδήλωσαν και σε μια σύγκρουση ανάμεσα σε Αντιστασιακούς και την Αστυνομία χύθηκε αίμα. Το ΚΚΒ διαμαρτυρήθηκε δημόσια για το συγκεκριμένο γεγονός, ενώ την ίδια στιγμή η ηγεσία του Κόμματος, ενδιαφερόμενη πρώτα απ’ όλα για τη συμμετοχή της στην κυβέρνηση, έδωσε σ’ αυτήν και στους Αγγλο-Αμερικάνους τη συγκατάθεσή της για τον αφοπλισμό των αντιστασιακών.
Ταυτόχρονα το ΚΚΒ θα λανσάρει το σύνθημα «Πρώτα η παραγωγή», περιφρονώντας την κατάσταση της εργατικής τάξης που συνέχιζε να πεινάει. Το Κόμμα καταδικάζει τις απεργίες που ξεπηδούν εδώ και εκεί.
Το ΚΚΒ στην κυβέρνηση, με πρόσχημα να απαλύνει τις ακραίες επιπτώσεις του καπιταλισμού τον οποίο βοήθησε να διατηρηθεί και να ενισχυθεί, γίνεται ο καλύτερος του διαχειριστής, πολύ πιο αποτελεσματικός από τη σοσιαλδημοκρατία, της οποίας η ηγεσία είχε κλονιστεί κατά τη διάρκεια της Κατοχής. Το 1946 ο Γενικός Γραμματέας του Κόμματος Λαλμάντ γράφει: «Η εργατική τάξη της χώρας μας έδωσε νέα απόδειξη του οξυδερκούς και ανιδιοτελούς πατριωτισμού της. Οταν ήρθε η ώρα της απελευθέρωσης οι Βέλγοι εργάτες, εξαντλημένοι μετά από 4 χρόνια βίαιης κατοχής και πάλης ενάντια στον εχθρό, δε σκέφτηκαν ούτε μια στιγμή να εκμεταλλευτούν προς όφελός τους τη δύσκολη κατάσταση που επικρατούσε στη χώρα» («Να οικοδομήσουμε ένα νέο Βέλγιο»). Επίσης έγραψε: «Η συμμετοχή αντιπροσώπων του εργατικού κινήματος στη διαχείριση της οικονομίας και των εργοστασίων άμβλυνε τον άναρχο και αντικοινωνικό χαρακτήρα της καπιταλιστικής οικονομίας και τη διαρκή αντίθεση μεταξύ ατομικών και συλλογικών συμφερόντων. Με αυτή τη συνδιαχείριση χτίζουμε τα θεμέλια της οικονομικής δημοκρατίας και έτσι προετοιμάζουμε τη μετάβαση από το καπιταλιστικό καθεστώς στο σοσιαλισμό» («Για την Ανανέωση της χώρας»).
Πώς μπορεί να εξηγηθεί αυτή η έλλειψη δυνατότητας επεξεργασίας στρατηγικής και τακτικής εν όψει της Απελευθέρωσης που να συμβαδίζουν με τις ελπίδες και τα συμφέροντα των εργαζομένων;
Από πού πηγάζει πραγματικά ο «δεξιός» οπορτουνισμός που χαρακτήρισε το ΚΚΒ, αλλά και το Γαλλικό ΚΚ, κατά τη διάρκεια της Κατοχής και μετά από αυτή;
Γιατί μας ενδιαφέρει η πολιτική γραμμή του ΓΚΚ; Γιατί από την προπολεμική περίοδο και στη διάρκεια της απελευθέρωσης το Γαλλικό ΚΚ ήταν «ο ανάδοχος» σε επίπεδο πολιτικής γραμμής. Δεν ήταν μόνο ο Ζακ Ντυκλό που εξασφάλιζε το «πατρονάρισμα» του ΚΚΒ, καθώς το ρόλο αυτό είχαν αναλάβει και ο Κλεμάν (Φριντ) και αργότερα ο Ντενίς (Μπαρί), αντιπρόσωποι της Κομμουνιστικής Διεθνούς για τη Γαλλία και το Βέλγιο.
Για να βρούμε τις ρίζες, πρέπει να εξετάσουμε τα γεγονότα πριν από την περίοδο του πολέμου που οδήγησαν τόσο το ΚΚΒ όσο και το ΓΚΚ να ακολουθήσουν μία δεξιά γραμμή που επεκτάθηκε παραπέρα και δεν είναι παρά «λογική» συνέχεια το περιεχόμενο του Μετώπου που εφαρμόστηκε κατά τη διάρκεια του πολέμου.
Η θεμελιώδης ερώτηση είναι: Ποιες επιλογές πολιτικής γραμμής είχαν να αντιμετωπίσουν τα ΚΚ μετά την εγκαθίδρυση του φασισμού σε Ιταλία και Γερμανία; Ποια τακτική έπρεπε να ακολουθήσουν;
Οι επιλογές που τους παρουσιάζονταν δεν μπορούσαν παρά να είναι δύο ειδών: Είτε ένα μέτωπο ενάντια στο φασισμό για το σοσιαλισμό είτε ένα μέτωπο ενάντια στο φασισμό για τη διατήρηση της αστικής δημοκρατίας, δηλαδή για τη διατήρηση και ενίσχυση του αστικού κράτους.
Τίθεται λοιπόν το ερώτημα: Πώς θα μπορούσε να αιτιολογηθεί το γεγονός ότι ως επιλογή επικράτησε η τελευταία εναλλακτική, που είχε σαν αποτέλεσμα τη συνθηκολόγηση με την αστική τάξη κατά τη διάρκεια της Κατοχής και της Απελευθέρωσης, τη συμμετοχή των ΚΚ στην ενίσχυση του αστικού κράτους -με τη βοήθεια συνθημάτων (κοινά στο ΚΚΒ και στο ΓΚΚ) όπως: αφοπλισμός της Αντίστασης, πρώτα η παραγωγή, συνδιαχείριση, στήριξη του εθνικού ιμπεριαλισμού στο ζήτημα των αποικιών κλπ.- τη στιγμή που οι αντικειμενικές συνθήκες για ένα μέτωπο για το σοσιαλισμό υπήρχαν κατά τη διάρκεια της κατοχής, ένα μέτωπο που θα είχε δώσει μετά την Απελευθέρωση τη δυνατότητα επαναστατικής προοπτικής (αυτό αφορά τα ΚΚ του Βελγίου και της Γαλλίας, δεν έχουμε μελετήσει ΚΚ άλλων χωρών).

1. ΤΟ ΕΝΙΑΙΟ ΠΡΟΛΕΤΑΡΙΑΚΟ ΜΕΤΩΠΟ ΠΡΙΝ ΤΟ 1935

 Μια μικρή υπενθύμιση. Στο 3ο της Συνέδριο, το 1924, η Κομμουνιστική Διεθνής (ΚΔ) προσδιορίζει το Ενιαίο Μέτωπο ως: «Το πιο αποτελεσματικό μέσο στη μάχη εναντίον του κεφαλαίου και για την κινητοποίηση των μαζών σε ταξικό πνεύμα, το μέσο για να ξεσκεπαστούν και να απομονωθούν οι ρεφορμιστές αρχηγοί, ένα από τα στοιχεία της τακτικής των κομμουνιστικών κομμάτων καθ’ όλη την προεπαναστατική περίοδο».
Αυτή η θέση επικυρώθηκε στην πολιτική απόφαση του 5ου Συνεδρίου (1931-1932) του ΚΚΒ, η οποία σημείωνε το ρόλο του Εργατικού Κόμματος Βελγίου (ΕΚΒ) και επικαλούνταν τις αποφάσεις της ΚΔ: «Παρ’ όλες τις προδοσίες του, το ΕΚΒ ασκεί ακόμα τρομερή επιρροή σε 600.000 εργαζόμενους […]. Η πολιτική της σοσιαλδημοκρατίας δεν είναι παρά η υλοποίηση της προετοιμασίας του πολέμου, της καπιταλιστικής επίθεσης ενάντια στις παραχωρήσεις που ξεριζώθηκαν την επομένη του πολέμου το 1918, τη συστηματική υποβάθμιση του επιπέδου ζωής των μαζών […] μία πολιτική σοσιαλιμπεριαλιστική, σοσιαλφασιστική […]. Για να κατευθύνουν την αντίσταση των εργαζομένων που ήταν πράγματι σοσιαλιστές , για να εμποδίσουν την εξέλιξή τους προς την κομμουνιστική πολιτική […] οι “αριστεροί” σοσιαλδημοκράτες ηγέτες είναι οι πιο χρήσιμοι […]. Είναι οι πιο επικίνδυνοι εχθροί των εργαζομένων που αρχίζουν να απελευθερώνονται από τη σοσιαλδημοκρατική επιρροή […]. Τα γεγονότα δείχνουν ότι το ΚΚ έχει τη δυνατότητα, υπό την προϋπόθεση ότι θα διεξάγει μία καθημερινή δουλειά, να πραγματοποιήσει το Ενιαίο Μέτωπο στη βάση […] να καταστρέψει την επιρροή του ΕΚΒ στις μάζες, να κερδίσει υπολογίσιμα στρώματα των σοσιαλιστών εργαζομένων για τον κομμουνισμό και να τους οργανώσει στο ΚΚ».
  

2. Η ΣΤΡΟΦΗ: ΤΟ ΑΛΛΟΘΙ ΤΗΣ ΓΕΡΜΑΝΙΚΗΣ ΗΤΤΑΣ

 Μέσα στις θέσεις που υιοθετήθηκαν από την 13η Ολομέλεια της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΚΔ τον Ιανουάριο του 1934 ένα σημείο αναφέρεται στη Γερμανία. Είναι σημαντικό να υπογραμμιστεί η χωρίς καμία επιφύλαξηστήριξη του προσέφερε η Κομμουνιστική Διεθνής, από την 1η Απριλίου του 1933, στη γραμμή που ακολουθούσε το ΚΚ Γερμανίας.
Ποια είναι η θέση του συντρόφου Δημητρώφ απέναντι στο ΚΚ Γερμανίας το Μάρτιο του 1934; Ο σύντροφος Δημητρώφ στην τοποθέτησή του, που απαντά σε εκείνη του Οτο Μπάουερ, αναφερόμενος στην Αυστρία1 θέτει ξεκάθαρα τη στάση και την ευθύνη της ηγεσίας της σοσιαλδημοκρατίας ως αιτία της ήττας: «Το Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα δεν ήταν αυτό που είχε σαμποτάρει […] τις προτάσεις του ΚΚ Γερμανίας για τη δημιουργία ενός Ενιαίου Μετώπου ενάντια στο φασισμό, ανάμεσα στις οποίες το Ενιαίο Μέτωπο τον Ιανουάριο του 1933; […] Εάν το Γερμανικό Σοσιαλδημοκρατικό Κόμμα δεν είχε ενεργήσει έτσι, το γερμανικό προλεταριάτο θα είχε καταφέρει σίγουρα να εμποδίσει την κατάληψη της εξουσίας από τους φασίστες. […] Δυστυχώς το ΚΚ Γερμανίας δεν ήταν αρκετά ισχυρό ώστε να αντιμετωπίσει το σαμποτάζ και την προδοσία του Σοσιαλδημοκρατικού Κόμματος και να οδηγήσει τους Γερμανούς εργάτες σε μία ανοιχτή ένοπλη μάχη ενάντια στις ομάδες του Χίτλερ». Ωστόσο, σε αυτό το γραπτό, εν όψει των θέσεων που θα αναπτύξει ο Δημητρώφ, την επόμενη χρονιά (2 Αυγούστου 1935) στο 7ο Συνέδριο της ΚΔ, υπάρχει μία φράση που αξίζει προσοχής: Τι σημαίνει «όχι αρκετά ισχυρό»; Αναφέρεται σε ποιοτικά (αδυναμία στην πολιτική γραμμή, στην τακτική) ή ποσοτικά γνωρίσματα (εξαιτίας της αφοσίωσης των σοσιαλδημοκρατών εργατών στην ηγεσία τους);
Ποσοτικά; Ο Πιατνίνσκι, αρχηγός του «Τμήματος Στελεχών» της ΚΔ, δηλώνει το 1930: «Ανάμεσα στα τμήματα της ΚΔ, στις καπιταλιστικές χώρες, η πρώτη θέση ανήκει στο ΚΚ Γερμανίας. Αυτό είναι από τα πιο καλά οργανωμένα, το πιο ισχυρό αριθμητικά. Εχει βαθιές ρίζες στην εργατική τάξη και έχει πίσω του τις μεγάλες μάζες». Αυτό ειπώθηκε το 1930, ενώ το ΚΚ Γερμανίας έχει 124.000 μέλη και 4,5 εκατομμύρια ψηφοφόρους. Από εκείνη την εποχή μέχρι την άνοδο του Χίτλερ στην εξουσία, οι δυνάμεις του αναπτύσσονται διαρκώς. Από το 1930 θα γίνεται όλο και πιο ισχυρό. Ετσι στα τέλη του 1932 το ΚΚ Γερμανίας μετράει 360.000 μέλη και 6 εκατομμύρια ψηφοφόρους. Δεν μπορούμε λοιπόν να επικαλεστούμε ότι η αφοσίωση των σοσιαλδημοκρατών εργατών στην ηγεσία τους είναι ένα μείον στην «ισχύ» του ΚΚ Γερμανίας (επιχείρημα που θα αξιοποιήσει ωστόσο ο Δημητρώφ στις θέσεις του στο 7ο Συνέδριο και στα επόμενα).
Ποιοτικά; Για το Δημητρώφ λοιπόν η έννοια του «όχι αρκετά ισχυρού», σε αντίθεση με τις θέσεις της Εκτελεστικής Επιτροπής της ΚΔ, αφορά την πολιτική γραμμή και την τακτική που ακολούθησε το ΚΚ Γερμανίας στην πάλη του ενάντια στο φασισμό. Στην έκθεση του στο 7ο Συνέδριο της ΚΔ2, ο Δημητρώφ δε θα κρίνει ανοιχτά λάθη άλλου κόμματος, παρά μόνο αυτά του ΚΚ Γερμανίας. Σύμφωνα με τον ίδιο είναι τα ακόλουθα: «Το ΚΚΓ υποτίμησε με απαράδεκτο τρόπο το φασιστικό κίνδυνο. Υποτίμησε για πολύ καιρό, δεν μπόρεσε να εκτιμήσει σωστά το τραύμα στο εθνικό αίσθημα και την αγανάκτηση των μαζών κατά της συνθήκης των Βερσαλλιών. Υιοθέτησε μία περιφρονητική στάση απέναντι στους δισταγμούς της αγροτιάς και της μικροαστικής τάξης. Αργησε να διατυπώσει ένα πρόγραμμα κοινωνικής και εθνικής χειραφέτησης και όταν το διατύπωσε, δε φρόντισε να το προσαρμόσει στις συγκεκριμένες ανάγκες και στο επίπεδο των μαζών. Ενέργησε σεχταριστικά όσον αφορά τον τρόπο που έθεσε και επίλυσε τα σύγχρονα πολιτικά του καθήκοντα. Συνέχισε να επικεντρώνει τα πυρά του ενάντια στη Δημοκρατία της Βαϊμάρης, όταν ήδη οι φασίστες οργάνωναν και όπλιζαν ομάδες επίθεσης κατά εκατοντάδες χιλιάδες ενάντια στην εργατική τάξη».
Για το Δημητρώφ η καρδιά του προβλήματος βρίσκεται στη στάση του ΚΚ Γερμανίας απέναντι στη σοσιαλδημοκρατία. Στην έκθεσή του στο 7ο Συνέδριο, ο Δημητρώφ επανέρχεται στην έννοια του «όχι αρκετά ισχυρού»3 και επαναλαμβάνει: «Η νίκη του φασισμού ήταν αναπόφευκτη στη Γερμανία; Οχι, αλλά γι’ αυτό […] η εργατική τάξη έπρεπε να υποχρεώσει τους αρχηγούς της σοσιαλδημοκρατίας να σταματήσουν την εκστρατεία τους ενάντια στους κομμουνιστές και να δεχτούν τις επαναλαμβανόμενες προτάσεις του ΚΚ για την ενότητα στη δράση εναντίον του φασισμού»4.
Είναι ενδιαφέρον επίσης να ξαναδιαβαστεί επ’ αυτού του θέματος ο Παλμ Ντουτ5 για τις προσπάθειες του ΚΚ Γερμανίας για τη δημιουργία ενός Ενιαίου Μετώπου: «Η σοσιαλδημοκρατία απέρριψε το Ενιαίο Μέτωπο της εργατικής τάξης διότι επεδίωκε μία εναλλακτική γραμμή, η οποία διακηρύσσονταν ως η σωστή γραμμή για να ηττηθεί ο φασισμός - η γραμμή της ενότητας με την αστική τάξη και της υποστήριξης του αστικού κράτους, ακόμη και κάτω από συνθήκες δικτατορίας. Αυτή ήταν η λεγόμενη γραμμή του “μικρότερου κακού”. Ως γραμμή του “μικρότερου κακού” εννοούσαν την παθητική αποδοχή κάθε σταδίου εξέλιξης για την ολοκλήρωση του φασισμού». Πώς μπορούμε να διαβεβαιώσουμε ότι η ήττα του ΚΚΓ απέναντι στο φασισμό είχε σαν αιτία τη σεχταριστική του στάση; Δεν έκανε τα ΠΑΝΤΑ το ΚΚΓ για να πιέσει το ΣΚΓ σε ενότητα;
  

3. ΟΙ ΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1934 ΣΤΗ ΓΑΛΛΙΑ

 Το 1983 δύο δημοσιογράφοι, ο Φρανσίς Κρεμιέ (μέλος της ΚΕ του ΓΚΚ) και ο Ζακ Εσταζέ, γράφουν ένα ρεβιζιονιστικό βιβλίο με τίτλο «Για το Κόμμα, 1939-1940»6. Η προσοχή του βιβλίου επικεντρώνεται στο να δείξει τη διαπάλη που υπήρχε τότε μέσα στο κομμουνιστικό κίνημα στο ζήτημα του Μετώπου ενάντια στο φασισμό και δείχνει το ρόλο που έπαιξε το ΓΚΚ στη στροφή που πραγματοποιήθηκε. Για να το διευκρινίσουμε, μιλούν για την περίοδο του Λαϊκού Μετώπου, αναφερόμενοι προφανώς στη στροφή του 7ου Συνεδρίου της ΚΔ, στην οποία το ΓΚΚ ήταν πρωτεργάτης. Εκτός από το ρόλο που έπαιξε το ΓΚΚ, το κύριο ενδιαφέρον του κειμένου των Κρεμιέ και Εσταζέ έγκειται στο γεγονός ότι αυτό το γραπτό αποδεικνύει ότι για οτιδήποτε καινούριο δεν υπήρχε ενιαία άποψη ούτε μέσα στη Διεθνή ούτε μέσα στο ΓΚΚ.

ΤΟ ΚΚ ΚΑΙ Η 6ηΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ 1934

 Στις 6 Φεβρουαρίου 1934 το απόγευμα, το υπουργικό συμβούλιο του Νταλαντιέ7 εμφανίζεται στη Βουλή. Την ίδια ώρα οι κύριες ταραχοποιές ομάδες κάλεσαν σε διαδήλωση μπροστά στο Παλάτι των Βουρβώνων και στην πλατεία Κονκόρντ.
Το ίδιο πρωί στην «Humanité» είχαν δημοσιευτεί δύο κείμενα. Το ένα από τη γραμματεία του Κόμματος καλούσε σε επαγρύπνηση:
«Ολες οι οργανώσεις του Κόμματος και όλα τα μέλη πρέπει να κινητοποιηθούν όσο το δυνατό περισσότερο για την επιτυχία των μαζικών διαδηλώσεων που έχουν προγραμματιστεί στα εργοστάσια και τους άλλους τόπους συγκέντρωσης των εργατών από τη μια και από την άλλη για τις αντι-διαδηλώσεις ενάντια στις φασιστικές οργανώσεις».
Το δεύτερο κείμενο όμως που είχε εμφανιστεί στην «Humanité», ήταν του Αντρέ Μαρτί. Επισημαίνοντας τη σύγχυση που υπήρχε όσον αφορά τον πολιτικό προσανατολισμό, ο Μαρτί καλεί τους κομμουνιστές να διαδηλώσουν συγχρόνως «ενάντια στις φασιστικές ομάδες, ενάντια στην κυβέρνηση που τις αναπτύσσει και ενάντια στη σοσιαλδημοκρατία, που με το διαχωρισμό της εργατικής τάξης προσπαθεί να την αποδυναμώσει». Ωστόσο στις 7 Φεβρουαρίου, στο Πολιτικό Γραφείο που συνεδρίασε σχεδόν κρυφά, η πλειοψηφία της ηγεσίας έδειξε ικανοποίηση για την αντι-διαδήλωση της προηγούμενης ημέρας. «Εχοντας επίγνωση του διασπαστικού χαρακτήρα μιας πολιτικής που δεν προσαρμόζεται στην κατάσταση και που βάζει στο ίδιο τσουβάλι τους ταραχοποιούς, την κυβέρνηση και την ηγεσία της σοσιαλδημοκρατίας, προσπαθεί να κάμψει αυτή τη γραμμή»8.
Για την 6η και 7η Φεβρουαρίου, ο Αρτύρ Ραμέτ (μέλος του ΠΓ του ΓΚΚ) αναφέρει: «Ο απεσταλμένος της Κομμουνιστικής Διεθνούς, Κλεμάν (Φριντ) παρευρισκόταν σε αυτή τη συνεδρίαση, γεγονός που συνέβαινε κατ’ εξαίρεση, καθώς δε συνήθιζε να συμμετέχει στις συνεδριάσεις του ΠΓ. Αμέσως άσκησε κριτική στο Μαρτί για τα συνθήματα της «Humanité» και για την ανάλυση που έκανε για τα γεγονότα. Η αντιπαράθεση ήταν έντονη και ο Κλεμάν μίλησε για τη σοβαρότητα της κατάστασης, την ανάγκη να επιτύχουμε την ενότητα των εργαζομένων και να αντιμετωπίσουμε τις διασπαστικές αντιλήψεις. Κατά τη διάρκεια αυτής της συνεδρίασης ξεκίνησε η διαδικασία που έμελλε να μας οδηγήσει προς το Λαϊκό Μέτωπο».
Στους επόμενους μήνες το ενωτικό κίνημα θα αναπτυχθεί με γοργούς ρυθμούς. Η Εθνική Συνδιάσκεψη του Κομμουνιστικού Κόμματος στην Ιβρί από τις 23 ως τις 26 Ιουνίου δίνει το σύνθημα της ενότητας στη δράση με κάθε κόστος. Κάνοντας ένα εντελώς νέο ξεκίνημα, προτείνει στο Γαλλικό Τμήμα της Εργατικής Διεθνούς (δηλαδή στο Γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα) μία συμφωνία ενότητας δράσης ενάντια στο φασισμό και στον πόλεμο. Αυτή η κατάσταση οδηγεί στην υπογραφή, στις 27 Ιουλίου 1934, συμφωνίας ενότητας δράσης μεταξύ του Κομμουνιστικού και του Σοσιαλιστικού Κόμματος. Ορίζει ότι τα δύο κόμματα θα απέχουν από αμοιβαίες επιθέσεις και κριτικές9. Αυτή η συμφωνία της 27ης Ιουλίου θα άνοιγε το δρόμο για το Λαϊκό Μέτωπο.
Στις 5 Ιουνίου, το περιοδικό «Κομμουνιστική Διεθνής» δημοσιεύει άρθρο του Τολιάτι που καλεί το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα να διαλύσει την επιρροή των σοσιαλιστών και των ριζοσπαστών, και καταγγέλλει την «αντεπαναστατική λειτουργία» της σοσιαλδημοκρατίας. Σημειώνει ότι η αντιφασιστική πάλη μπορεί να έχει ως στόχο μόνο τη δικτατορία του προλεταριάτου και όχι την υπεράσπιση των δημοκρατικών θεσμών.
Ομως στην Κομμουνιστική Διεθνή δύο στελέχη προωθούν τη γραμμή συσπείρωσης ενάντια στο φασισμό: ο Μανουίλσκι10 και ο Δημητρώφ. Και οι δύο παίζουν σημαντικό ρόλο για να ξεκαθαρίσουν την πολιτική του Ενιαίου Μετώπου από παλιά δογματικά σχήματα της εποχής του Ζηνόβιεφ. Η γαλλική εμπειρία λειτουργεί ως πεδίο δοκιμών για το νέο προσανατολισμό της Διεθνούς και οι πρωτοβουλίες του Γαλλικού Κόμματος ενισχύουν αυτόν τον προσανατολισμό. Σε λιγότερο από ένα μήνα μετά την υπογραφή της συμφωνίας ενότητας δράσης με το Γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα, την 21η Αυγούστου, η πολιτική γραμματεία της Κομμουνιστικής Διεθνούς (δηλαδή ο Δημητρώφ και ο Μανουίλσκι) δηλώνουν ότι αποδέχονται πλήρως την πολιτική του Κομμουνιστικού Κόμματος Γαλλίας.
Ο Ραμέτ, σε μαρτυρία του για τον Κλεμάν (Φριντ), αναφέρει: «Ο Κλεμάν ήταν και αυτός νεωτεριστής. Δεν περίμενε να αποφανθεί η Κομμουνιστική Διεθνής για ένα ζήτημα για να πει έπειτα τη γνώμη του. Πολλές φορές ενθάρρυνε το Μορίς (εννοεί τον Τορέζ) να προχωράει πιο γρήγορα από τη Διεθνή. Τέτοια περίπτωση είναι η πρωτοβουλία για το Λαϊκό Μέτωπο. Είναι επίσης και η περίπτωση σχετικά με την πιθανή συμμετοχή των κομμουνιστών στην κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου. Το 7ο Συνέδριο της Κομμουνιστικής Διεθνούς, τον Αύγουστο του 1935, είχε προσεγγίσει το ζήτημα, αλλά έκρινε ως πιθανή μονάχα τη στήριξη από τους κομμουνιστές. Ο Δημητρώφ ήταν πιο συμβιβαστικός και είχε επιχειρήσει να αφήσει ανοιχτή την πόρτα στη συμμετοχή. Δύο μήνες αργότερα, στο Παρίσι, ο Μορίς Τορέζ διαβεβαίωνε ότι: “Οι κομμουνιστές ήταν έτοιμοι να αναλάβουν τις ευθύνες τους σε μία κυβέρνηση Λαϊκού Μετώπου”. Ομως, στο ζήτημα της συμμετοχής δεν ακολουθήθηκε από την πλειοψηφία του ΠΓ. Ο Μορίς προσπάθησε κατ’ αρχάς να κάνει την ιδέα να προχωρήσει, να ωριμάσει».
Το Λαϊκό Μέτωπο γεννιέται επίσημα στις 28 Ιουνίου του 1935.

 4. Η ΕΙΣΗΓΗΣΗ ΤΟΥ ΔΗΜΗΤΡΩΦ ΣΤΟ 7οΣΥΝΕΔΡΙΟ
ΤΗΣ 
ΚΟΜΜΟΥΝΙΣΤΙΚΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ (1935)11

 Από αυτή την εισήγηση μπορούμε να πάρουμε μαθήματα θετικά και αρνητικά. Εδώ θέλουμε να σταθούμε σε αυτά που θα επηρεάσουν την πολιτική γραμμή που αναπτύχθηκε από τα ΚΚ, κυρίως του ΚΚ Βελγίου και Γαλλίας στα μέτωπα κατά τη διάρκεια της Κατοχής, των οποίων η αρχή βρίσκεται στα Λαϊκά Μέτωπα της περιόδου 1936-1938.
Αυτή η κρίσιμη οπορτουνιστική επιρροή εκδηλώνεται σε 3 επίπεδα: Στις αυταπάτες για τη σοσιαλδημοκρατία, στην υπεράσπιση της αστικής δημοκρατίας (δηλαδή του αστικού κράτους) και στην έννοια του Ενιαίου Μετώπου.
Οσον αφορά τη Σοσιαλδημοκρατία: «Πρέπει να λάβουμε υπόψη ότι σε πολλές χώρες η κατάσταση της Σοσιαλδημοκρατίας στο αστικό κράτος, καθώς και η στάση της απέναντι στην αστική τάξη, έχουν αλλάξει ή αλλάζουν».
Παραθέτει τρεις αιτίες:
1. Η οικονομική κρίση οδηγεί την «εργατική αριστοκρατία», κύριο στήριγμα της σοσιαλδημοκρατίας, να αναθεωρήσει την άποψή της για την πολιτική ταξικής συνεργασίας με την αστική τάξη.
2. Η αστική τάξη απορρίπτει σε κάποιες χώρες τη δημοκρατία, με συνέπεια να στερήσει από τη Σοσιαλδημοκρατία την παραδοσιακή της θέση στο κρατικό σύστημα του χρηματοπιστωτικού κεφαλαίου.
3. Η επιρροή της ήττας των εργατών στη Γερμανία, την Αυστρία και την Ισπανία, αποτέλεσμα της στάσης της Σοσιαλδημοκρατίας και η επιρροή της ΕΣΣΔ κάνουν τους σοσιαλδημοκράτες εργάτες να υιοθετήσουν ένα επαναστατικό πνεύμα. Συμπέρασμα: «Και οι τρεις λόγοι κάνουν πιο δύσκολο και σε συγκεκριμένες χώρες ΕΝΤΕΛΩΣ ΑΔΥΝΑΤΟ ΓΙΑ ΤΗ ΣΟΣΙΑΛΔΗΜΟΚΡΑΤΙΑ ΝΑ ΣΥΝΕΧΙΣΕΙ ΤΟΝ ΠΑΡΑΔΟΣΙΑΚΟ ΤΗΣ ΡΟΛΟ ΩΣ ΣΤΗΡΙΓΜΑ ΤΗΣ ΑΣΤΙΚΗΣ ΤΑΞΗΣ»!

ΠΟΙΟΣ ΕΙΝΑΙ Ο ΝΕΟΣ ΤΥΠΟΣ ΤΟΥ ΜΕΤΩΠΟΥ;


k

«Ολα για το Μέτωπο, ένα Μέτωπο ενότητας, χωρίς κριτικές». Στους αντιπάλους του Ενιαίου Μετώπου, τους σοσιαλδημοκράτες, ο Δημητρώφ απαντά συγκεκριμένα: «Δεν κάνουμε επίθεση σε κανένα, ούτε σε πρόσωπα ούτε σε οργανώσεις ούτε σε κόμματα που είναι υπέρ του ενιαίου μετώπου της εργατικής τάξης ενάντια στον ταξικό εχθρό. Αλλά ταυτόχρονα πρέπει για το συμφέρον του προλεταριάτου και των στόχων του να ασκήσουμε κριτική στα πρόσωπα, τις οργανώσεις και τα κόμματα που εμποδίζουν την ενότητα των εργατών»12.
Υπεράσπιση της αστικής δημοκρατίας
 Ο Δημητρώφ προτείνει ενάντια στο φασισμό όχι ένα Μέτωπο για το σοσιαλισμό, αλλά υπεράσπιση της αστικής δημοκρατίας, του αστικού κράτους:
«“Η σοσιαλδημοκρατία είναι υπέρ της δημοκρατίας και οι κομμουνιστές υπέρ της δικτατορίας. Γι’ αυτό λοιπόν δεν μπορούμε να οργανώσουμε ένα ενιαίο μέτωπο με τους κομμουνιστές”, λένε κάποιοι ηγέτες της σοσιαλδημοκρατίας. Σας προτείνουμε όμως σήμερα το ενιαίο μέτωπο για να κηρύξουμε τη δικτατορία του προλεταριάτου; Γνωρίζετε καλά ότι προς το παρόν δε σας το προτείνουμε».Και εξηγεί: «Ολο το ζήτημα στρέφεται γύρω από το εξής: Θα είναι έτοιμο το προλεταριάτο την κρίσιμη στιγμή για την άμεση ανατροπή της αστικής τάξης και την εγκαθίδρυση της δικής του εξουσίας; Και θα μπορεί σε αυτή την περίπτωση να διασφαλίσει τη στήριξη των συμμάχων του; Ή μήπως το κίνημα του ενιαίου προλεταριακού μετώπου και του αντιφασιστικού Λαϊκού Μετώπου στη συγκεκριμένη στιγμή θα είναι σε θέση μόνο να συντρίψει ή να ανατρέψει το φασισμό, χωρίς να προχωρήσει άμεσα στην κατάργηση της δικτατορίας της αστικής τάξης; Η τελευταία αυτή περίπτωση θα ήταν ένα απαράδεκτο δείγμα πολιτικής κοντοφθαλμίας και όχι σοβαρή επαναστατική πολιτική, στη βάση ότι θα αρνιόταν να δημιουργήσει και να στηρίξει ένα ενιαίο μέτωπο ή μία κυβέρνηση Λαϊκού Μετώπου».
Η δικτατορία του προλεταριάτου, αυτός ήταν ο στόχος που έθετε ο Λένιν στην πάλη για τις δημοκρατικές διεκδικήσεις στα πλαίσια του αστικού κράτους. Για το Δημητρώφ ο φασισμός θα δημιουργούσε μια νέα κατάσταση που θα απαιτούσε να αναβληθεί για αργότερα η επανάσταση, η δικτατορία του προλεταριάτου. Με την εργατική τάξη στο ρόλο της διατήρησης, της ισχυροποίησης του αστικού κράτους και του δικού του μοντέλου, της αστικής δημοκρατίας. Για τον Παλμ Ντουτ, στο «Φασισμός και Επανάσταση»:
«Αυτό σημαίνει ότι για όσο καιρό παραμένουν οι μορφές της αστικής δημοκρατίας η αστική δημοκρατία παρέχει την καλύτερη άμυνα των εργαζομένων ενάντια στο φασισμό; Αντιθέτως. Οι εργαζόμενοι παλεύουν και χρειάζεται να παλεύουν, ανυποχώρητα για κάθε δημοκρατικό δικαίωμα οργάνωσης και κινητοποίησης στο υπάρχον καθεστώς, αλλά […]. Οσο περισσότερο εμπιστεύονται οι εργαζόμενοι το λεγκαλισμό, τις συνταγματικές διαδικασίες, την αστική δημοκρατία, τόσο περισσότερο κάνουν θυσίες για να σώσουν το υπάρχον σύστημα ως το «μικρότερο κακό» ενάντια στην απειλή του φασισμού, τόσο εντονότερες θα είναι οι επιθέσεις του καπιταλισμού και τόσο ταχύτερη η πορεία προς το φασισμό. Στο πλαίσιο του καπιταλισμού το να κηρύττει κανείς εμπιστοσύνη στο λεγκαλισμό, τις συνταγματικές διαδικασίες, την αστική δημοκρατία, είναι μέσο που οδηγεί και εγγυάται τη νίκη του φασισμού. Αυτό είναι το δίδαγμα της Γερμανίας και της Αυστρίας. Αυτή είναι η πραγματικότητα που διαλύει το απατηλό και καταστροφικό σύνθημα της “Δημοκρατίας ενάντια στη Δικτατορία”».

5. ΤΟ ΒΕΛΓΙΟ ΚΑΙ Η ΓΑΛΛΙΑ

 Τα ΚΚΒ και ΓΚΚ δε συγκράτησαν από την τοποθέτηση του Δημητρώφ στο 7ο Συνέδριο παρά:
1. Τις αυταπάτες στη σοσιαλδημοκρατία.
2. Την υπεράσπιση της αστικής δημοκρατίας και του κράτους της.
3. Την άποψη για το Ενιαίο Μέτωπο.
  

ΤΟ ΒΕΛΓΙΟ: ΟΙ «ΕΝΩΤΙΚΕΣ» ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ ΚΚ - ΣΟΣΙΑΛΙΣΤΙΚΟΥ ΚΟΜΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΤΑ ΛΑΪΚΑ ΜΕΤΩΠΑ

 Μερικές εβδομάδες πριν το θάνατό του, ο Γενικός Γραμματέας του ΚΚΒ Ζακμότ γράφει στη «DrapeauRouge» της 18ης Ιουλίου 1936:
«Μπροστά στο φασιστικό κίνδυνο που μεγαλώνει στη χώρα, η πραγματοποίηση της συμμαχίας μεταξύ των οργανώσεων του Εργατικού Κόμματος Βελγίου και του ΚΚ τίθεται ως ένα από τα κεντρικά ζητήματα του βέλγικου εργατικού κινήματος […]. Είμαστε πεπεισμένοι ότι το καθήκον στη χώρα μας είναι η υπεράσπιση της δημοκρατίας ενάντια στη φασιστική επίθεση και θέλουμε να την υπερασπιστούμε από κοινού με όλες τις δημοκρατικές δυνάμεις. Αλλά το ιδανικό μας θα παραμείνει η σοβιετική δημοκρατία […].
Το Κομμουνιστικό Κόμμα έχει το πολιτικό του πρόγραμμα, τις αρχές του. Πρέπει να κρατήσει την οργάνωσή του αυτόνομη ως τη στιγμή που θα πραγματοποιηθεί μια συμφωνία πάνω σε κοινές αρχές μεταξύ των ΕΚΒ και ΚΚΒ […]. Ηρθε η στιγμή να θέσουμε το ζήτημα της οργανικής ενότητας του ΕΚΒ και του ΚΚΒ […]. Η ηγεσία αποφάσισε να θέσει μπροστά στο Συνέδριο την πρόταση για προσχώρηση ως αυτόνομη οργάνωση στο ΕΚΒ. Αυτή η πρόταση θα έκανε το ΚΚΒ αναπόσπαστο κομμάτι του ΕΚΒ».
Τον Οκτώβριο του 1936 το ΚΚΒ διεξάγει το 6ο Συνέδριό του και ο Ξαβιέ Ρελεκόμ, ο Γενικός του Γραμματέας, αναπτύσσει την τακτική και τη στρατηγική που θα πρέπει να έχει το κόμμα ενάντια στη φασιστική απειλή. Τη διάλυση του ΚΚΒ και την ενσωμάτωσή του στο ΕΚΒ! Το να πνιγεί το ΚΚΒ στην σοσιαλδημοκρατία, αυτός είναι ο στόχος. Αυτή είναι η αντίληψη του Ενιαίου Μετώπου.
Το 7ο Συνέδριο του ΚΚΒ, τον Αύγουστο του 1939, παρουσιάζει έναν απολογισμό δράσης που καλύπτει την περίοδο 1936-1939. (Το Μάρτιο του 1937 η φασιστική οργάνωση REX «προκάλεσε» τοπικές εκλογές στο διαμέρισμα των Βρυξελλών. Ο Βαν Ζίλαντ, ο οποίος και έχασε, ο καθολικός πρωθυπουργός, φανατικός φίλος των τραπεζιτών, είναι ο μόνος υποψήφιος ενάντια στον Ντεγκρέλ). Με την ευκαιρία των βουλευτικών εκλογών της 2ης Απριλίου 1939, το Κόμμα απλώνει την καμπάνια του ενάντια στους «υπερασπιστές της φασιστικής επέμβασης», που είναι το «REX», το «VNV» και το «Heimattreuefront» και ορίζει ως εξής τη θέση του ενάντια στα φασιστικά και αντιδραστικά σχέδια της μεταρρύθμισης του κράτους:
«1.Για την υπεράσπιση και ενίσχυση των δημοκρατικών θεσμών.
2.Για το σεβασμό της αυτονομίας της επαρχίας και των κοινοτήτων.
3.Οχι ελευθερία για τους εχθρούς της ελευθερίας. Ενεργά μέτρα ενάντια στους ταραχοποιούς».
Στις 12 Νοεμβρίου 1936 η Γραμματεία του Κόμματος απευθύνεται στο Βαντερβέλντε, Πρόεδρο του Εργατικού Κόμματος Βελγίου και ζητά συνάντηση για να συζητήσουν από κοινού την προσχώρηση του ΚΚ στο ΕΚΒ, ως αυτόνομο τμήμα, πρώτο βήμα για την οργανική ενότητα των κομμάτων της εργατικής τάξης. Η ηγεσία του ΕΚΒ απορρίπτει τις προτάσεις.
Το καλοκαίρι του 1937 η ανθενωτική ηγεσία του ΕΚΒ αποφάσισε να εφαρμόσει πειθαρχικά μέτρα ενάντια στα μέλη του που συμμετέχουν σε ενωτικές συναντήσεις και διαδηλώσεις.
Στις 14 και 15 Ιανουαρίου του 1939, το Συνέδριο του ΕΚΒ αναγνωρίζει τη δικτατορία του Φράνκο.
Το Μάιο ο Ντε Μαν γίνεται πρόεδρος του ΕΚΒ. Παρά την έντονη αντίθεση της αριστεράς, στις 4 Ιουνίου, η Οργάνωση των Βρυξελλών του ΕΚΒ απαγορεύει τη συμμετοχή των σοσιαλιστών στη δράση των Φίλων της Σοβιετικής Ενωσης, της Παγκόσμιας Επιτροπής Γυναικών ενάντια στον Πόλεμο και το Φασισμό, της Λαϊκής Αρωγής.

Για τη συνδικαλιστική ενότητα
 Το Δεκέμβριο του 1936 η Κεντρική Επιτροπή πήρε μία απόφαση που συνιστούσε την είσοδο της Κεντρικής Οργάνωσης των Μεταλλωρύχων (CRM13) στις κεντρικές σοσιαλιστικές οργανώσεις, με «την επιθυμία να σεβαστούν τα καταστατικά τους και τις αποφάσεις που πάρθηκαν δημοκρατικά από τις συνδικαλιστικές οργανώσεις για να υπερασπίζονται και να ενισχύουν τα σοσιαλιστικά συνδικάτα, ώστε τα τελευταία να αποτελέσουν άφθαρτους προμαχώνες των συμφερόντων και των ελευθεριών των εργατών».
Τα στελέχη των κεντρικών σοσιαλιστικών οργανώσεων αρνήθηκαν να αποδεχτούν συνολικά τα μέλη της CRM. ΗCRM ωστόσο διαλύθηκε το καλοκαίρι του 1937 και η πλειοψηφία των μελών της εντάχθηκαν ατομικά στις μεγάλες κεντρικές συνδικαλιστικές οργανώσεις της CGTB (Γενική Συνομοσπονδία Εργατών Βελγίου). Από το τέλος του 1937 τα αντιδραστικά στελέχη της CGT αντιδρούν με την απαράδεκτη εξαίρεση πολλών κομμουνιστών, χωρίς να λάβουν υπόψη τις διαμαρτυρίες των συνδικαλιστών, θυσιάζοντας τα συμφέροντα των συνδικάτων στο αντικομμουνιστικό τους μένος.

Για την ενότητα των νέων
 Παρά το διάταγμα του Γενικού Συμβουλίου του Εργατικού Κόμματος Βελγίου, τα Χριστούγεννα του 1936, το Εθνικό Συμβούλιο των Νέων Σοσιαλιστών (CongrèsNationaldesJeunesGardesSocialistes) επικυρώνει με ενθουσιασμό την ενότητα με την Κομμουνιστική Νεολαία (JeunesseCommuniste). Οι δύο οργανώσεις ενώνονται. Τον Αύγουστο του 1937 το Γενικό Συμβούλιο του ΕΚB εξαπολύει νέα επίθεση ενάντια στην Ενωση των Νέων Σοσιαλιστών (JGS), θέλοντας να διασπάσει τη «Χάρτα Ενότητας των Χριστουγέννων», να επιβάλει ένα πρωτόκολλο που θα εξαιρεί τους κομμουνιστές από στελεχικές θέσεις και θα απαιτεί την παραίτησή τους από το Κόμμα τους. [...] Η ΚΕ του ΚΚΒ «καλεί όλους τους κομμουνιστές μέλη της JGS να υιοθετήσουν μία ενιαία στάση που να επιτρέπει τη διατήρηση της ενιαίας οργάνωσης των νέων, να κάνουν μία υπέρτατη θυσία για την ενότητα, αρνούμενοι την ιδιότητά τους ως μέλη του Κομμουνιστικού Κόμματος». Ο Σπάακ και οι φίλοι του προχωρούν, κατά τη διάρκεια της εκλογικής καμπάνιας του Απριλίου του 1939 και αργότερα, στη διάσπαση του νεολαιίστικου κινήματος.

Η ΓΑΛΛΙΑ

 Το Λαϊκό Μέτωπο. Προοίμιο
 Οι βάσεις της συνθήκης ενότητας, που υπογράφηκε από τα δύο μέρη στις 27 Ιουλίου του 1934, ήταν οι εξής: Το Κομμουνιστικό Κόμμα και το Σοσιαλιστικό Κόμμα αναλαμβάνουν να παλέψουν μαζί:
1) Ενάντια στις φασιστικές οργανώσεις, για τον αφοπλισμό και τη διάλυσή τους, 2) για την υπεράσπιση των δημοκρατικών ελευθεριών, 3) για την αναλογική εκπροσώπηση στις εκλογές και τη διάλυση της Βουλής, 4) ενάντια στις πολεμικές προετοιμασίες, 5) ενάντια στα νομοθετικά διατάγματα, 6) ενάντια στη φασιστική τρομοκρατία στη Γερμανία και την Αυστρία, 7) για την απελευθέρωση όλων των αντιφασιστών κρατουμένων.
Πραγματοποίηση κοινών συναντήσεων, εκδηλώσεων και αντι-εκδηλώσεων. Καθώς οι κοινές εκδηλώσεις δεν πρέπει να ξεπέσουν σε συζητήσεις αλληλοσυγκρούσεων, καθένα από τα δύο κόμματα κρατά την ανεξαρτησία του για να αναπτύξει την προπαγάνδα του χωρίς προσβολές ενάντια στο άλλο κόμμα.
Οι πολιτικές συνθήκες για μία συμμαχία κομμάτων και αντιφασιστικών οργανώσεων δημιουργούνται πολλούς μήνες αργότερα. Πολύ σωστά το Γαλλικό Κομμουνιστικό Κόμμα θα προσπαθήσει να εντάξει στην πάλη ενάντια στο φασισμό τα μεσαία στρώματα, τα οποία αντιπροσωπεύονταν ευρέως από ένα αστικό κόμμα, το Ριζοσπαστικό - Σοσιαλιστικό Κόμμα. Αλλά το πρόβλημα ήταν ότι για το ΓΚΚ το μόνο επείγον ήταν η διεύρυνση της συμμαχίας σε επίπεδο κορυφής. Κατά συνέπεια, όπως θα δούμε παρακάτω, το ΓΚΚ δεν έκανε κριτική στο Ριζοσπαστικό Κόμμα.

Η πορεία των διαπραγματεύσεων
 Στις 24 Οκτωβρίου 1934, την παραμονή του συνεδρίου τους που θα γινόταν στην πόλη Ναντ, ο Τορέζ απευθύνεται άμεσα στους ριζοσπάστες. Προτείνει ένα πρόγραμμα δράσης που προβλέπει την υπεράσπιση του Συντάγματος ενάντια σε όλες τις απόπειρες μεταρρυθμίσεων που θα περιόριζαν τα δικαιώματα του λαού, τον αφοπλισμό και τη διάλυση των φασιστικών ομάδων, το γενικό αφοπλισμό όλων των κρατών, την ειδική και προοδευτική φορολογία των μεγάλων περιουσιών, την υπεράσπιση των μισθών και των ενισχυτικών μέτρων για τους μικρούς αγρότες και εμπόρους. Τελικά τον Ιούνιο του 1935 το Συνέδριο του Σοσιαλιστικού Κόμματος στη Μυλόζ προχώρησε σε οριστική συμφωνία.
Στις εκλογές του Μαΐου του 1936, το Σοσιαλιστικό Κόμμα έχει 146 εκλεγμένους (από 47) και είναι το πιο πολυάριθμο κόμμα της Βουλής. Το ΚΚ έχει 72 εκλεγμένους (από 16). Το Λαϊκό Μέτωπο εξασφαλίζει πλειοψηφία με πάνω από 100 ψήφους.
Οι πολιτικές διαπραγματεύσεις αρχίζουν άμεσα. Συνεχίζονται για ένα μήνα, μέχρι τις 4 Ιουνίου, ένα μήνα κατά τον οποίο θα αναπτυχθεί το μεγαλύτερο απεργιακό κίνημα της γαλλικής εργατικής τάξης.
Το Κομμουνιστικό Κόμμα αποφασίζει τη στήριξη χωρίς περιορισμούς της κυβέρνησης που θα εφαρμόσει το πρόγραμμα, τη διατήρηση μιας στάσης εμπιστοσύνης αλλά όχι συμμετοχής στην κυβέρνηση. Το Κομμουνιστικό Κόμμα εξηγεί την άρνησή του να συμμετάσχει με ένα επιχείρημα τακτικής σκοπιμότητας: «Να μην προσφέρει άλλοθι στις εκστρατείες πανικού των εχθρών του λαού».
Ο σοσιαλιστής Μπλουμ δηλώνει ότι είναι μία εμπειρία που θα διεξαχθεί «στο εσωτερικό του σημερινού καθεστώτος», στο πλαίσιο των θεσμών του αστικού κράτους, του οποίου ο Μπλουμ θα είναι, σύμφωνα με τις δηλώσεις του, «πιστός διαχειριστής». Δεν τίθεται θέμα να μη σεβαστεί πλήρως την κοινοβουλευτική πρακτική.Δε θα είναι πλέον ο προάγγελος των Σοβιέτ. «Ευελπιστώ ότι η κυβέρνηση του σοσιαλιστικού κόμματος δε θα είναι η κυβέρνηση Κερένσκι», είπε στις 31 Μαΐου. «Αλλά και αν ήταν, να είστε σίγουροι ότι στη σημερινή Γαλλία δε θα τη διαδεχόταν ο Λένιν», συνέχισε.
Η επιλογή του Μπλουμ το 1936 είναι ο φιλελευθερισμός με όση παρέμβαση από το κράτος χρειάζεται, ώστε να δοθεί ώθηση στην οικονομία και να πραγματοποιηθεί το πρόγραμμα του Λαϊκού Μετώπου χωρίς να αναστατωθούν οι πλούσιοι.

Το Συνέδριο του ΚΚ στο Βιλερμπάν
 Το Συνέδριο στο Βιλερμπάν έλαβε χώρα τον Ιανουάριο του 1936 (προηγήθηκε των εκλογών και των απεργιακών κινητοποιήσεων του 1936).
Ο Τορέζ εισηγείται: Τι είναι το Λαϊκό Μέτωπο για τους κομμουνιστές; «Δεν είναι», λέει ο Τορέζ, «μία “ευκαιριακή τακτική” [...]. Είναι στοιχείο της βασικής πολιτικής τους, εφαρμογή των αρχών του Μαρξ και του Λένιν για την απαραίτητη συμμαχία μέχρι τέλους της εργατικής τάξης και των μεσαίων τάξεων, όχι μόνο για να νικηθεί ο φασισμός, αλλά και για να μπει τέλος στην εκμετάλλευση από το κεφάλαιο [...]. Το κόμμα μας αρνείται να θεωρήσει όλα τα αστικά κόμματα ως μία ενιαία αντιδραστική μάζα [...]. Το ΚΚ, καθοδηγώντας το προλεταριάτο και διεκδικώντας τους στόχους του, προτείνει να εξασφαλίσει τη συμμαχία, ακόμα και αν δεν είναι πολύ σίγουρη, του λαού της υπαίθρου και της μικρής δημοκρατικής μπουρζουαζίας, ώστε να αποτρέψει το θρίαμβο του φασισμού στη Γαλλία και ν’ αλλάξει σε διεθνή κλίμακα το συσχετισμό δυνάμεων προς όφελος του προλεταριάτου [...]. Το Λαϊκό Μέτωπο είναι η εργατική τάξη που επηρεάζει με τη δράση της τους εργαζόμενους των μεσαίων τάξεων και τους ετοιμάζει για την πάλη ενάντια στην αστική τάξη, ενάντια στο κεφάλαιο και το φασισμό […]. Στις συνθήκες έντασης της κρίσης, της γενικής παράλυσης της αστικής τάξης και της επαναστατικής ανάπτυξης της δράσης των μαζών, η κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου θα είναι μία κυβέρνηση που θα σταματήσει τη φασιστική απειλή, προχωρώντας στον αφοπλισμό και την αποτελεσματική διάλυση των ένοπλων ομάδων. Μία κυβέρνηση που θα βάλει τους πλούσιους να πληρώσουν [...]. Μία κυβέρνηση που για να πραγματοποιήσει αυτό το διπλό καθήκον, θα στηρίζεται στην εξωκοινοβουλευτική δράση των μαζών, στην οργάνωση επιτροπών του Λαϊκού Μετώπου. [...] Θα είναι μία κυβέρνηση που θα επιτρέπει την προετοιμασία της πλήρους κατάκτησης της εξουσίας από την εργατική τάξη. Δεν τίθεται ζήτημα για το ΚΚ να συμμετάσχει σε μία αστική κυβέρνηση και όσο μία κυβέρνηση Λαϊκού Μετώπου “όπως την αντιλαμβανόμαστε” δεν είναι εφικτή, το ΚΚ θα στηρίζει με τις ψήφους του τις αριστερές κυβερνήσεις “που εφαρμόζουν ένα πρόγραμμα σύμφωνα με τα συμφέροντα και τις επιθυμίες του λαού της Γαλλίας”, δηλαδή που θα παίρνει όλα τα μέτρα “για τη διασφάλιση του γαλλικού φράγκου, την έμπρακτη κατάργηση της κερδοσκοπίας, την προστασία των συμφερόντων του εργαζόμενου λαού, την υπεράσπιση των δημοκρατικών ελευθεριών, τον αφοπλισμό και τη διάλυση των φασιστικών ομάδων και τη διατήρηση της ειρήνης”». Το σύνθημα «να πληρώσουν οι πλούσιοι», καθώς και η οργάνωση επιτροπών βάσης του Λαϊκού Μετώπου και η προετοιμασία της πλήρους κατάκτησης της εξουσίας από την εργατική τάξη, θα εξαφανιστούν σύντομα.

Οι απεργίες (τέλος Μαΐου και Ιούνιο του 1936)
 Στις 28 Μαΐου 35.000 εργάτες των εργοστασίων της Renault σταματούν τη δουλειά. Εμφανίζονται κάποιες αμφιταλαντεύσεις σχετικά με το συντονισμό της κατάληψης. Το μεσημέρι κάποιοι εργάτες φεύγουν από το εργοστάσιο, αλλά ένας μεγάλος αριθμός παραμένει εκεί. Η απεργία της Renault παρασύρει στη συνέχεια δεκάδες εργοστάσια στην περιοχή του Παρισιού. Η αστική τάξη θεωρεί ότι πρόκειται για μια επαναστατική ενέργεια που χτυπά την ελευθερία στη δουλειά και την ατομική ιδιοκτησία.
Από την αντίθετη πλευρά, εργατικά κόμματα και συνδικάτα αρνούνται κάθε πολιτικό και -ακόμα περισσότερο- επαναστατικό χαρακτήρα των απεργιακών κινητοποιήσεων. Η αστυνομία δεν θα παρέμβει για να βάλει τέλος στις καταλήψεις των εργοστασίων. Η κυβέρνηση προσπαθεί αντίθετα να συμφιλιώσει τα εμπλεκόμενα μέρη και ο Φροσάρ, υπουργός εργασίας, προσπαθεί να φέρει σε επαφή το εργατικό συνδικάτο μετάλλου και την ομάδα των βιομηχανιών μετάλλου της περιοχής του Παρισιού.
Ο γραμματέας του ΚΚ εξηγεί τις προθέσεις του εργατικού συνδικάτου: «Υπακούμε σε ένα διπλό σκοπό: Πρώτον, να αποφύγουμε οποιαδήποτε αναστάτωση, έπειτα να εξασφαλίσουμε ότι θα ξεκινήσουν οι διαπραγματεύσεις το συντομότερο δυνατό, με σκοπό τη γρήγορη επίλυση της διαμάχης».
Οι διαπραγματεύσεις ξεκινούν και στις 18:30 οι εργάτες των εργοστασίων της Renault εγκαταλείπουν τις εγκαταστάσεις.
Το Γαλλικό ΚΚ και οι απεργίες του 1936
 Η συνεδρίαση της ΚΕ του Κόμματος, στις 25 Μαΐου 1936, χαρακτηρίζεται από μία τελευταία εκδήλωση της «αριστερής» τάσης, μέσα στην ηγεσία του ΚΚ. Ο Φερά συνιστά ρήξη με την κυβέρνηση Μπλουμ, ώστε να ηγηθούν των μαζών και να καθοδηγήσουν την εξέγερσή τους. «Πρέπει να πούμε στους εργαζόμενους: Δε θα επιτύχετε παρά μόνο αυτά που θα αποσπάσετε με την ταξική σας δράση. Δεν μπορεί να τίθεται ζήτημα, περισσότερο από κάθε άλλη φορά, να δίνουμε εμείς εγγυήσεις στην κυβέρνηση, να συνδεόμαστε εμείς μαζί τους, να αναλαμβάνουμε ευθύνες μαζί τους ή να εμφανιζόμαστε στις μάζες με μια τέτοια μορφή». Η έκκλησή του δεν έχει απήχηση και το ψήφισμα που εγκρίθηκε από την ΚΕ δεν είναι παρά η έκφραση του κεντρικού συνθήματος «Ολα για το Λαϊκό Μέτωπο, όλα από το Λαϊκό Μέτωπο» και η εκδήλωση απόλυτης αλληλεγγύης με την κυβέρνηση.
Το κύριο παραμένει η έκκληση του Τορέζ της 11ης Ιουνίου, η επιτακτική συμβουλή που έδωσε στους κομμουνιστές να λήγουν μια απεργία όταν οι κύριες διεκδικήσεις έχουν εκπληρωθεί. Κάποιους μήνες μετά τις απεργίες του Ιουνίου, θα φτάσει να αποτρέπει τους εργαζόμενους από το να κάνουν κατάληψη στα εργοστάσια, καθώς, όπως είπε ο Τορέζ, «μπροστά στην ανάπτυξη των αντιδραστικών εκστρατειών που δημιουργούν προβλήματα και αμφιβολίες στο λαό, είναι καλύτερα να μην προχωράμε σε αυτή τη μορφή πάλης»(εισήγηση του Τορέζ, 30 Οκτωβρίου 1936).
Ο Τορέζ δικαιολογεί τη θέση των κομμουνιστών κατά τη διάρκεια των απεργιακών κινητοποιήσεων του Ιουνίου με την ανάγκη να διατηρηθεί η ενότητα των εργαζομένων και των μεσαίων τάξεων και συχνά επικαλείται τα μαθήματα του 1848 και του 1871.
Πρέπει να φτάσουμε στον Ιανουάριο του 1948 (μετά την κριτική που ασκήθηκε κατά τη συνάντηση σύστασης της Κομινφόρμ) για να δούμε να γίνεται αυστηρή κριτική στη στάση του ΚΚ στο Λαϊκό Μέτωπο από τον Μπερλιόζ στα «Σημειώματα του Κομμουνισμού»: «Οι κομμουνιστές είχαν τέτοια έγνοια να μην προβούν σε κάτι που θα μπορούσε να εμποδίσει την πραγμάτωση της ενότητας των εργατών, υποτιμώντας τόσο πολύ το βασικό ρόλο που έπαιζαν στη δημιουργία του Λαϊκού Μετώπου, ώστε πίστευαν συχνά ότι έπρεπε να υποτάξουν τα πάντα στην εκ των προτέρων συμφωνία με την ηγεσία των σοσιαλιστών και να υποκλιθούν πρόθυμα στο βέτο του Μπλουμ και του Πολ Φορ. Πρέπει να προσθέσω ότι η ευφορία που προκάλεσε η εκλογική νίκη της αριστεράς και το τρομερό απεργιακό κίνημα του Μαΐου-Ιουνίου του 1936 έβαλε σε δεύτερη μοίρα τις δυσπιστίες που ήταν ωστόσο αρκετά δικαιολογημένες. Το κόμμα μας αφηνόταν να παρασυρθεί από ατέλειωτες συζητήσεις σχετικά με τους όρους συμμετοχής στα υπουργεία: μιλούσε μόνο για την ενότητα μεταξύ των “κομμάτων του Λαϊκού Μετώπου” [...]. Δεν προσανατολιστήκαμε από την αρχή με αρκετή επιμονή και εμμονή στις μάζες [...]. Δε βασιστήκαμε αρκετά στη δράση της βάσης».
Το πρόγραμμα του ΚΚ μένει στην άκρη, καθώς η εκστρατεία για «να πληρώσουν οι πλούσιοι» συνεχίζεται άτονα και πρακτικά εγκαταλείπεται η έκκληση του Λαϊκού Μετώπου στις μάζες. Αντίθετα, όπως έχουν επιβεβαιώσει πολλές ανακοινώσεις του Πολιτικού Γραφείου, υπάρχει «διαρκής στήριξη» στην κυβέρνηση του Μπλουμ. Επιπλέον, η διεύρυνση του Λαϊκού Μετώπου δε θεωρείται πια ανάπτυξη εις βάθος στις λαϊκές μάζες, αλλά διεύρυνση του πολιτικού φάσματος που αποτελεί την πλειοψηφία.
Τέλος, το τελευταίο στάδιο αυτής της πολιτικής είναι η θέληση του ΚΚ Γαλλίας να συμμετάσχει στην κυβέρνηση. Δύο φορές το ΚΚ δηλώνει ότι είναι έτοιμο να αναλάβει υπουργικές ευθύνες. Είναι αναγκαίο να τονίσουμε ότι, ενώ το Γαλλικό Σοσιαλιστικό Κόμμα και η κυβέρνησή του υποχωρούσαν μπροστά στο φασισμό, ενισχύοντας τη «μη παρέμβαση» που θα στραγγαλίσει τη Δημοκρατία της Ισπανίας, το Γαλλικό ΚΚ έσωσε -και αυτό πρέπει να το τονίσουμε- την τιμή της εργατικής τάξης και των δημοκρατών.

Το Σοσιαλιστικό Κόμμα: Ο πιστός διαχειριστής του αστικού κράτους
 Ο στόχος του εγχειρήματος Μπλουμ είναι να αναζητηθούν μέσα «για να παρασχεθεί σε όσους υποφέρουν μια ικανοποιητική ανακούφιση» στο εσωτερικό της κοινωνίας, όπως αυτή είναι. Το Λαϊκό Μέτωπο έχει ως αποστολή να «διαχειριστεί την αστική κοινωνία» για να εξάγει από αυτή «το μέγιστο δυνατό όσον αφορά την τάξη, την ευημερία, την ασφάλεια, τη δικαιοσύνη». Δεν πρόκειται για καταστροφή του καπιταλιστικού συστήματος, «που μπορεί ακόμα να διαγράψει μια μεγάλη πορεία». Πολύ θα το θέλαμε, αλλά το λαϊκό μέτωπο θα αντιτασσόταν σ’ αυτό, γιατί «είμαστε μια κυβέρνηση Λαϊκού Μετώπου και όχι μια σοσιαλιστική κυβέρνηση, ο στόχος μας δεν είναι να μετασχηματίσουμε το κοινωνικό σύστημα, αλλά να εκτελέσουμε το πρόγραμμα του Λαϊκού Μετώπου».

Το περιεχόμενο των συμφωνιών του Ματινιόν - 8 Ιουνίου 1936
 Η εργοδοτική αντιπροσωπεία αποδέχεται την άμεση θέσπιση συλλογικών συμβάσεων εργασίας. Οι εργοδότες αναγνώριζαν τη ελευθερία, όπως επίσης και το δικαίωμα των εργαζομένων να ενταχθούν ελεύθερα και να ανήκουν σε ένα επαγγελματικό συνδικάτο. Οι πραγματικοί μισθοί θα αυξηθούν ακολουθώντας μια φθίνουσα κλίμακα που ξεκινά από το 15% για τους χαμηλότερους μισθούς και καταλήγει στο 7% για τους υψηλότερους μισθούς.
Το σύνολο των μισθών σε κάθε χώρο δουλειάς δεν έπρεπε σε καμία περίπτωση να αυξηθεί περισσότερο από 12%. Εβδομάδα 40 ωρών. Μία εβδομάδα άδειας μετ’ αποδοχών. Η εργοδοτική αντιπροσωπία δεσμεύεται να μην λαμβάνεται καμία κύρωση σε περίπτωση απεργίας.

Η αντεπίθεση της αστικής τάξης
 Θα χρειαστούν μόνο δυο χρόνια για να πάρουν τα αφεντικά την εκδίκησή τους. Οι αυξήσεις στους μισθούς δεν πρόλαβαν καλά-καλά να εφαρμοστούν και ακολούθησαν οι αυξήσεις στις τιμές ! Το επίπεδο ζωής πολύ γρήγορα επιστρέφει σε αυτό που ήταν πριν την κυβέρνηση του Λαϊκού Μετώπου […] και μπροστά σε «παράπονα της εργοδοσίας», ο νόμος της 19ης Αυγούστου 1936 προβλέπει «κατ’ εξαίρεση διευκολύνσεις σε βιομηχανικές και εμπορικές επιχειρήσεις […] που δυσκολεύτηκαν από την άνοδο των μισθών!» (δάνειο της τάξης των 3.500 εκατομμυρίων εκείνης της εποχής!). Μια δεύτερη επίθεση μεγάλης κλίμακας έγινε ενάντια σε άλλη μια από τις κατακτήσεις του 1936: το νόμο του 40ωρου. Τρίτο στάδιο: Η εθνική άμυνα δικαιολογεί όλες τις παραβιάσεις.
Στις 12 Νοεμβρίου, ο ριζοσπάστης Πολ Ρεϋνό, Υπουργός Οικονομικών, δηλώνει: «Ζούμε στο καπιταλιστικό σύστημα […]. Αφού το καπιταλιστικό σύστημα είναι αυτό που είναι, για να λειτουργεί, πρέπει να υπακούμε στους νόμους του. Οι νόμοι του είναι το κέρδος, το ατομικό ρίσκο, η ελευθερία των αγορών, είναι η ενίσχυση του ανταγωνισμού». Αυτή η ομιλία χρησιμοποιείται ως πρόσχημα για μια σειρά νομοθετικών διαταγμάτων που θεσπίζουν μέτρα περιορισμού ενάντια στους εργαζόμενους. Η εργατική τάξη προχωρά σε διαδηλώσεις διαμαρτυρίας. Οι οργανώσεις αντιδρούν βίαια.
Ξεσπά μια ισχυρή καταστολή ενάντια στο εργατικό κίνημα. Η εργατική τάξη είναι αποπροσανατολισμένη. Η αστική τάξη μπορεί να πιστέψει ότι «τώρα» όλα είναι δυνατά για αυτή.
Με πρωτοβουλία του Σοσιαλιστικού Κόμματος, η κυβέρνηση, με επικεφαλής τον πρόεδρο του Ριζοσπαστικού Κόμματος, Νταλαντιέ, θέτει εκτός νόμου το Κομμουνιστικό Κόμμα στις 21 Νομβρίου 1939, οι βουλευτές του σύρονται στα δικαστήρια και οι βουλευτές σοσιαλιστές και ριζοσπάστες θα ψηφίσουν στις 7 Ιουλίου να δοθεί πλήρης εξουσία στον Πεταίν.

6. Η ΚΡΙΤΙΚΗ ΤΗΣ «ΚΟΜΙΝΦΟΡΜ» ΤΟ 1947

 Το Σεπτέμβριο του 1947 έγινε στην Πολωνία μια συνάντηση ενημέρωσης, στην οποία ιδρύθηκε η «Κομινφόρμ» (Γραφείο Πληροφοριών των ΚΚ). Σε αυτή την συνάντηση, προεδρεύοντος του Αντρέι Ζντάνοφ, συμμετείχαν αντιπρόσωποι ορισμένων Κομμουνιστικών Κομμάτων: ΕΣΣΔ, Βουλγαρίας, Γαλλίας, Ουγγαρίας, Ρουμανίας, Ιταλίας, Πολωνίας, Τσεχοσλοβακίας, Γιουγκοσλαβίας. Η ΕΣΣΔ αντιπροσωπευόταν από τους Ζντάνοφ και Μαλένκοφ, η Γαλλία από το Ζακ Ντυκλό και τον Ετιέν Φγιόν, η Γιουγκοσλαβία από τους Μίλοβαν Ντζίλας και Εντουαρντ Καρντέλ, η Ιταλία από τους Λουίντζι Λόγκο και Εγκένιο Ριάλε.
Υπήρξε ένα δεύτερο σημείο στην ημερήσια διάταξη. Το Μάιο του 1957, ένας από τους συμμετέχοντες, ο Ιταλός Εγκένιο Ριάλε, πρώην μέλος του ΠΓ του ΚΚΙ, που πέρασε στην υπηρεσία του αντικομμουνισμού, το αναφέρει σε ένα βιβλίο με τίτλο «Με το Ζακ Ντυκλό - στο εδώλιο του κατηγορουμένου στη SzaklavskaPoreba, 22 - 27 Σεπτεμβρίου 1947», που εκδόθηκε στα γαλλικά από τις εκδόσεις Plon, το 1958.
Επί δύο ημέρες οι διάφοροι αντιπρόσωποι κατηγορούσαν τη δεξιά οπορτουνιστική γραμμή που ακολούθησαν τα ΓΚΚ και ΙΚΚ στην πολιτική τους για το μέτωπο στην περίοδο της Κατοχής και τη συμμετοχή στην κυβέρνηση που ακολούθησε.
Οι Γιουγκοσλάβοι Ντζίλας και Καρντέλ ήταν αυτοί που έκαναν τη δίκη με τον πιο συνεπή τρόπο. Ο Καρντέλ δήλωσε:
«Πρόκειται για ένα φαινόμενο που είναι διαδεδομένο σε πολλά κομμουνιστικά κόμματα, εξαιτίας άλλωστε και της επιρροής Γάλλων και Ιταλών. Τα λάθη των τελευταίων έχουν επίδραση στο εσωτερικό και άλλων κομμάτων στην Ευρώπη. Δεν είναι υπερβολή να πούμε ότι στο διεθνές εργατικό κίνημα, υπάρχει μια τάση αναθεώρησης του μαρξισμού-λενινισμού»14.
Η πολιτική των ΓΚΚ και ΙΚΚ συνιστά μια ιδιαίτερη έκφραση αυτής της τάσης. Ξεκινά από τη δυνατότητα μιας ειρηνικής οδού, νόμιμης και κοινοβουλευτικής για την κατάκτηση της εξουσίας από την εργατική τάξη. Είναι, εκ των πραγμάτων, η υιοθέτηση της σοσιαλδημοκρατικής οδού.
Η αστική τάξη είχε συμφέρον να συνεργαστεί με τους κομμουνιστές κατά τη διάρκεια και μετά τον πόλεμο, γιατί αισθανόταν ανίσχυρη. Οι κομμουνιστές θα έπρεπε να είχαν αξιοποιήσει αυτή την κατάσταση για να καταλάβουν θέσεις-κλειδιά και δεν το έκαναν. Αντί να κατακτήσουν το στήριγμα των μαζών για να πάρουν την εξουσία, δεν πέτυχαν παρά να αφοπλίσουν τις μάζες και να σπείρουν αυταπάτες για την αστική δημοκρατία και τη σοσιαλδημοκρατική οδό (κοινοβουλευτισμός).
Αντί να προωθήσουν την αντιφασιστική ενότητα από τα κάτω με τη δημιουργία οργάνων που να πηγάζουν από τις μάζες και να ενσωματώνουν όλες τις τάσεις που πραγματικά ήταν διαθέσιμες για να ακολουθήσουν το δρόμο της ένοπλης πάλης και της εγκαθίδρυσης μιας πραγματικά επαναστατικής εξουσίας, οι ηγεσίες του ΓΚΚ και του ΙΚΚ διέπραξαν το σφάλμα να φτιάξουν ένα αντιφασιστικό μέτωπο από τα πάνω, στη βάση της ισομερούς αντιπροσώπευσης των διαφόρων κομμάτων, ενώ ο στόχος αυτών των κομμάτων ήταν να εμποδίσουν τον ένοπλο αγώνα και να εμποδίσουν τον πραγματικό μετασχηματισμό της χώρας. Οι ηγεσίες του ΓΚΚ και του ΙΚΚ βρήκαν πρόσχημα για να ακολουθήσουν αυτή την πολιτική: Οτι αιτήματα που δε θα είχαν να κάνουν με την πάλη για την εθνική απελευθέρωση -διεκδικήσεις για ριζοσπαστικά δημοκρατικά και επαναστατικά αιτήματα που θα συνδέονταν με την πάλη για την εθνική απελευθέρωση- θα κατέληγαν στο να απομακρύνουν από το αντιφασιστικό μέτωπο ορισμένα κοινωνικά στρώματα και ορισμένες πολιτικές ομάδες.
Οι Γιουγκοσλάβοι κατηγορούσαν το ΓΚΚ ότι επέτρεψε ακόμα και ότι διευκόλυνε τον αφοπλισμό και τη διάλυση των δυνάμεων της Αντίστασης με το πρόσχημα ότι όσο ο πόλεμος δεν είχε τελειώσει, μια αποφασισμένη δράση ενάντια στην πολιτική του Ντε Γκωλ θα σήμαινε αντιπαράθεση με τους συμμάχους. Πράγμα που είναι λάθος γιατί, όπως υπογραμμίζουν οι Γιουγκοσλάβοι, με τη σειρά της μια αντιπαράθεση με τους συμμάχους θα επέφερε μια επιδείνωση των σχέσεων των συμμάχων με την ΕΣΣΔ, πράγμα το οποίο δεν ήταν -εκείνη τη στιγμή και δεδομένου του συσχετισμού δυνάμεων- κάτι που θα μπορούσαν να αντιμετωπίσουν οι σύμμαχοι15. Οι Καρντέλ και Ντζίλας αντέτασσαν στη θέση των Γάλλων και των Ιταλών το παράδειγμα των Ελλήνων ενάντια στους Αγγλους και το παράδειγμα της Γιουγκοσλαβίας ενάντια στην κυβέρνηση του βασιλιά Πέτρου και των τσέτνικ του, οργάνων των συμμάχων. Οσον αφορά στη γενική στάση του ΓΚΚ και του ΙΚΚ απέναντι στους συμμάχους, οι Γιουγκοσλάβοι τους καταλογίζουν την άρνησή τους να κατακρίνουν ανοιχτά μπροστά στις μάζες την πολιτική των συμμάχων, με αποτέλεσμα να διευκολύνεται η αποκατάσταση των θέσεων του ιμπεριαλισμού δημιουργώντας αυταπάτες στις μάζες σχετικά με τη «δημοκρατία» των ιμπεριαλιστών και τη δυνατότητα τους να βοηθήσουν χωρίς απώτερα κίνητρα για την ανόρθωση των λαών που ελευθερώθηκαν από το φασισμό.
Κατηγορήθηκαν επίσης, καθολικά, από τους αντιπροσώπους, ότι επέμεναν σε μια πλάνη, την οποία και διέδιδαν, για αλλαγή της κοινωνίας μέσω του κοινοβουλευτισμού αντί να κινητοποιήσουν τις μάζες ενάντια στην φιλοαμερικανική πολιτική της κυβέρνησής τους για μια αληθινή επαναστατική επιλογή.

7. ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ

 Κανένα ΚΚ δεν μπόρεσε να προστατευθεί από τον «αριστερό» ή «δεξιό» οπορτουνισμό. Το αποδεικνύει όλη η ιστορική εμπειρία του Διεθνούς Κομμουνιστικού Κινήματος ως τις μέρες μας. Αλλά θα πρέπει να διαπιστώσουμε, σε ό,τι αφορά το Ενιαίο Μέτωπο σχετικά με τις προοπτικές που προσφέρει (μέτωπο ενάντια στο φασισμό για την ενίσχυση της αστικής δημοκρατίας και του κράτους της ή μέτωπο ενάντια στο φασισμό με προοπτική το σοσιαλισμό), ότι εφαρμόστηκε η «δεξιά» οπορτουνιστική θέση. Το ίδιο ισχύει όσον αφορά την ανάλυση και τη συμμαχία με τη σοσιαλδημοκρατία. Η μελέτη που προηγείται αποδεικνύει :
1. Οτι σε κάθε Μέτωπο -του οποίου κανένας κομμουνιστής δεν μπορεί να αρνηθεί την αναγκαιότητα- ο κίνδυνος που δεν πρέπει να υποτιμηθεί (στο όνομα για παράδειγμα της αναγκαίας πάλης ενάντια στον αριστερό οπορτουνισμό) είναι και παραμένει ο «δεξιός» οπορτουνισμός.
2. Η διάρκεια και η ποιοτική ανάπτυξη αυτού του «δεξιού» οπορτουνισμού, τους σπόρους του οποίου φύτεψε ο Δημητρώφ το 1935 και του οποίου η κατάληξη ήταν ο πλήρης εκφυλισμός ορισμένων ΚΚ, διευκολύνθηκαν από το γεγονός ότι σε αυτά τα κόμματα τα εμπόδια για την ανάπτυξη του δεξιού οπορτουνισμού υπήρχαν από λίγο έως καθόλου, δηλαδή η ιδεολογική διαπάλη θεωρούνταν ως απειλή για την ενότητα, η κριτική και αυτοκριτική δε γινόταν στη βάση του μαρξισμού-λενινισμού.
3. Αυτή η μελέτη και η πρακτική δείχνουν ότι η υποχώρηση πηγάζει πιο συχνά από μια λανθασμένη αντίληψη για το τι είναι το καπιταλιστικό κράτος, για το τι αντιπροσωπεύει η αστική δημοκρατία. Από μια λανθασμένη αντίληψη για να κατανοήσει τον καταστροφικό ρόλο της σοσιαλδημοκρατίας.
4. Αυτή η μελέτη δείχνει επίσης την απόλυτη αναγκαιότητα της ταξικής ανάλυσης πριν από τη δημιουργία ενός μετώπου (και, εδώ, ενός αντιφασιστικού μετώπου). Αυτή η ανάλυση δεν μπορεί να σταματά με τη δημιουργία του μετώπου αλλά να συνεχίζεται καθ’ όλη τη διάρκεια του γιατί οι κομμουνιστές δεν πρέπει να ξεχνούν ποτέ τον κανόνα ότι όποιες και αν είναι οι συνθήκες, η αστική τάξη δε χάνει ποτέ τον ταξικό της χαρακτήρα.
5. Η εκπαίδευση των μαζών για τη δημιουργία ενός Ενιαίου Μετώπου στη βάση ενάντια στο φασισμό απαιτεί επομένως σήμερα όπως και χθες να χτυπηθούν οι αυταπάτες για την «αστική δημοκρατία», την κοινοβουλευτική οδό, να καταγγελθεί η σοσιαλδημοκρατία, ο «διαχειριστής του καπιταλισμού», απαραίτητος στυλοβάτης του καπιταλιστικού συστήματος και πιστό στήριγμα του ιμπεριαλισμού, να ανυψωθεί η ταξική συνείδηση της εργατικής τάξης μέσω του Μετώπου και να της δοθούν οι επαναστατικές προοπτικές, ο σοσιαλισμός.
6. Το Μέτωπο στη βάση και το μαζικό Κόμμα. Ενα από τα διδάγματα που προκύπτουν μελετώντας το Λαϊκό Μέτωπο στη Γαλλία και από τις απόπειρες για Λαϊκό Μέτωπο στο Βέλγιο είναι ότι δεν μπορεί να υπάρξει μαζικό Κόμμα με υποχωρήσεις μπροστά «στην αριστερά» και στο ισχυρό σοσιαλιστικό Κόμμα. Η ενότητα για την ενότητα δεν οδηγεί παρά στην αποτυχία και στο βύθισμα όλο και περισσότερο στο «δεξιό» οπορτουνισμό. Από μόνη της, η ενεργή συμμετοχή του ΚΚΒ και του ΓΚΚ στην ταξική πάλη εξηγεί την αύξηση των μελών και των ψηφοφόρων μετά τις απεργίες που σημάδεψαν τα χρόνια 1934-1936. Από μόνη της, η ενεργή συμμετοχή των κομμουνιστών στην Αντίσταση ενάντια στο ναζισμό εξηγεί την άνοδο σε μέλη και ψηφοφόρους μετά την Απελευθέρωση. Το ότι δεν μπόρεσαν να διατηρήσουν και να διευρύνουν αυτές τις κατακτήσεις οφείλεται αποκλειστικά στο «δεξιό» οπορτουνισμό που ήταν στάση που υιοθέτησαν τα ΚΚ απέναντι στις επιθέσεις της αστικής τάξης, με αποτέλεσμα να ξανακερδίσει η σοσιαλδημοκρατία και γενικά η αστική τάξη την επιρροή της στις μάζες.
7. Η άρνηση αυτής της ανάγκης Μετώπου στην κορυφή είναι έκφραση του αναρχισμού και του τροτσκισμού. Ωστόσο υπάρχουν τρία πράγματα που πρέπει να υπογραμμίσουμε. Πάνω σ’ αυτή την ενότητα εκδηλώνεται ο «δεξιός» οπορτουνισμός. Κατά συνέπεια, η ενότητα στην κορυφή πρέπει να γίνεται αφού θα έχουν αναλυθεί σοβαρά οι συνιστώσες. Αν θεωρήσει κανείς σωστό ότι: «Στο εσωτερικό των ηγεσιών (των ρεφορμιστικών οργανώσεων) υπάρχουν αληθινοί δημοκράτες… και οφείλουμε με μια κατάλληλη τακτική να τους συσπειρώσουμε γύρω από τις αντιλήψεις μας», η ιστορική πείρα μάς διδάσκει ότι σε αυτή την περίπτωση, περισσότερο από ποτέ, υπάρχει ο κίνδυνος ενός Μετώπου όπου, για να διατηρηθεί η ενότητα πάση θυσία με τους «πραγματικούς δημοκράτες», υπάρχει το ρίσκο της υποχώρησης. (Αυτό ιδιαίτερα θα πρέπει να το αναλογιζόμαστε σε σχέση με την «αριστερά» του «Σοσιαλιστικού Κόμματος». Η εμπειρία αποδεικνύει ότι αυτή η αριστερά μπορεί να είναι το συνειδητό αντικείμενο για το άλλοθι προς τις μάζες της «δεξιάς πτέρυγας» τουΣοσιαλιστικού Κόμματος. Οι κομμουνιστές θα πρέπει επομένως να δράσουν από τη μεριά τους με ιδιαίτερη επαγρύπνηση που θα πρέπει να αντικατοπτρίζεται στην τακτική τους). Η εμπειρία δείχνει ότι ακόμα κι αν η τακτική των κομμουνιστών πρέπει να είναι ελαστική, αυτό σε καμία περίπτωση δε σημαίνει ότι οι κομμουνιστές θα παρακάμψουν τις βασικές αρχές τους. Θα ήθελα να υπενθυμίσω εδώ τις δίκαιες κριτικές των Γιουγκοσλάβων προς το ΚΚΓ και το ΚΚΙ το 1947: «Οι ηγεσίες του ΚΚΓ και του ΚΚΙ (και τα ίδια ισχύουν για το ΚΚΒ) βρήκαν το πρόσχημα ότι αιτήματα άλλα από αυτό της πάλης για την εθνική απελευθέρωση […] θα κατέληγαν στο να απομακρύνουν από το αντιφασιστικό μέτωπο ορισμένα κοινωνικά στρώματα και ορισμένες πολιτικές ομάδες». Είναι λοιπόν απαραίτητο να συνδέσουμε αυτό το σημείο με την αρχή του να «φτάνουμε στην ενότητα με μια μάχη αρχών».


ΣHMEIΩΣEIΣ:

* Γραπτή εισήγηση του Χέρβινγκ Λαρούζ στο διήμερο θεωρητικό συμπόσιο της ΚΟΜΕΠ που πραγματοποιήθηκε στην Αθήνα, στις 15 και 16 Δεκεμβρίου 2007, με θέμα: «Ζητήματα της έρευνας σχετικά με τις αιτίες της νίκης της αντεπανάστασης και καπιταλιστικής παλινόρθωσης με επίκεντρο την ΕΣΣΔ». Το κείμενο είναι βασισμένο σε μελέτη της ιστορικού και πρώην στελέχους του ΚΚ Βελγίου JulietteBroder.
** Ο Χέρβινγκ Λαρούζ είναι υπεύθυνος έκδοσης του θεωρητικού περιοδικού του Κόμματος Εργατών Βελγίου, «EtudesMarxistes».
1. Γκ. Δημητρώφ: «Διαλεχτά Εργα» (γαλλική έκδοση), τ.2, σελ. 486-487.
2. Βλ. Γκ. Δημητρώφ: «Διαλεχτά Εργα» (γαλλική έκδοση), τ.2.
3. Γκ. Δημητρώφ: «Διαλεχτά Εργα» (γαλλική έκδοση), τ.2, σελ. 16.
4. Γκ. Δημητρώφ: «Διαλεχτά Εργα» (γαλλική έκδοση), τ.2, σελ. 17.
5. Παλμ Ντουτ: «Φασισμός και Επανάσταση», (γαλλική έκδοση), σελ. 192-195.
6. Εκδόσεις Μεσιντόρ «TempsActuels», εκδοτικός οίκος του ΓΚΚ (ολόκληρο το βιβλίο, 395 σελίδες, αξίζει να διαβαστεί. Είναι στη διάθεση όποιου ενδιαφέρεται).
7. Υπενθύμιση: Η κυβέρνηση στην οποία το ΚΚ δείχνει εμπιστοσύνη.
8. Βλ. την αφήγηση για το Φεβρουάριο του 1934, Παλμ Ντουτ στο «Φασισμός και Επανάσταση» (γαλλική έκδοση).
9. Αρα ένα μέτωπο υπό την ηγεσία των σοσιαλδημοκρατών, όπου απαγορεύεται κάθε κριτική, κάθε διαπάλη, δηλαδή «απόλυτη σιωπή» σε όσα μπορούν να αμφισβητήσουν το Μέτωπο! Οπορτουνισμός που θα διαρκέσει σε όλη την περίοδο του Λαϊκού Μέτωπου, δηλαδή μέχρι το 1938 και αργότερα.
10. Για τις θέσεις του Μανουίλσκι, δεν είναι ξεκάθαρο.
11. Γκ. Δημητρώφ: «Διαλεχτά Εργα» (γαλλική έκδοση), τ.2, σελ. 5-132. Οι εκδότες (το Βουλγαρικό Κομμουνιστικό Κόμμα) επισημαίνουν ότι οι ακόλουθες σελίδες (σελ. 132-176) είναι περίληψη του κειμένου.
12. Γκ. Δημητρώφ: «Διαλεχτά Εργα» (γαλλική έκδοση), τ.2, σελ.29-30.
13. CRM = CentraleRévolutionnairedesMineurs, η οποία συγκεντρώνει τους μεταλλωρύχους από τη Λιέγη και την επαναστατική συνδικαλιστική αντιπολίτευση.
14. Ο Καρντέλ δεν δίνει παράδειγμα αυτής της επιρροής σε άλλα κόμματα. Εμείς θεωρούμε την επιρροή του ΓΚΚ στο ΚΚ Βελγίου αναντίρρητη.
15. Αυτό που δεν αναφέρουν οι Γιουγκοσλάβοι, και είναι γεγονός, είναι η θέληση των μαζών: α) να χτυπήσουν το ναζισμό, β) να δημιουργήσουν μια νέα κοινωνία και από αυτή την άποψη υπήρχε η επιρροή, το παράδειγμα της ΕΣΣΔ.







Τρίτη 6 Αυγούστου 2013

Οι γκραμσιανές αντινομίες ως προς την κατάληψη της εξουσίας

6. Οι γκραμσιανές αντινομίες ως προς την κατάληψη της εξουσίας:
Ο πόλεμος θέσεων, o μετασχηματισμός, η αντιηγεμονία.
Είναι ο Γκράμσι συνεχιστής του Κάουτσκυ;
6.1. O Γκράμσι του Τολιάτι

Ήταν ο Γκράμσι ένας μαθητής του πρώιμου Κάουτσκυ; Ήταν ένας πρόδρομος του ευρωκομμουνισμού και ο δάσκαλος του Τολιάτι;
Αυτήν την εκδοχή μας παρέδωσε ως «γενέθλιο μύθο» της στρατηγικής του το Ιταλικό Κ.Κ. και ιδίως οι διάδοχοι του Γκράμσι στην ηγεσία του, Π. Τολιάτι, Λ. Λόνγκο και Ε. Μπερλίνγκουερ.40 Ο τολιατισμός, η ειδική εκείνη στρατηγική ένταξης του Ι.Κ.Κ. στους αστικοδημοκρατικούς θεσμούς και της προετοιμασίας του ευρωκομμουνιστικού διαβήματος, νομιμοποιήθηκε μέσα από μια ορισμένη ανάγνωση της έννοιας της «ηγεμονίας» του Γκράμσι. Χωρίς τη χρήση του Γκράμσι ο τολιατισμός ίσως να ήταν αδύνατος.
Σύμφωνα με αυτήν την ανάγνωση, το Ενιαίο και το Λαϊκό Μέτωπο θεματοποιούνται στη σκέψη του Ιταλού θεωρητικού επί τη βάσει της πραγματικής κριτικής του στον σεχταρισμό του συνθήματος «τάξη εναντίον τάξης» και του «σοσιαλφασισμού» (1928-1934) (και προγενέστερα στον σεχταρισμό του Αμαντέο Μπορντίγκα, 1922-1926).41
Ένα σημείο όπου συγκλίνουν ο κομμουνιστικός μετωπισμός, ο δεξιός ευρωκομμουνισμός και η αριστερή σοσιαλδημοκρατία42 είναι η σύλληψη της ηγεμονίας ως αποσπασμένης από το κράτος. Αν το κράτος, ως διοικητικός μηχανισμός εκτελεί καθήκοντα σχετικά ουδέτερης αναπαραγωγής της αστικής κοινωνίας, καθήκοντα κατά βάση τεχνικά, συγκροτώντας έτσι την «πολιτική κοινωνία», τότε πού εκδηλώνεται η ταξική κυριαρχία; Αυτή, κατά τον τολιατισμό, συμπυκνώνεται στην «κοινωνία των πολιτών» (γκραμσιανή εξέλιξη της έννοιας της «ιδιωτικής αστικής κοινωνίας», κυρίως από το «Εβραϊκό Ζήτημα» του Κ. Μαρξ). Η «κοινωνία των πολιτών» συντίθεται από τις ιδιωτικές ενώσεις και οργανώσεις, οι οποίες σχηματίζουν την «κοινή γνώμη» (την Öffentlichkeit του Habermas) και αντανακλώνται τελικά στους κοινοβουλευτικούς συσχετισμούς δύναμης. Οι αστοί ηγεμονεύουν αρχικά στην «κοινωνία των πολιτών» χάριν και του βάρους των καπιταλιστικών επιχειρήσεων (σταδιακά και των ανερχόμενων ΜΜΕ) και πετυχαίνουν έτσι να ποδηγετήσουν το (διοικητικό) κράτος. Η αντιστροφή της ηγεμονίας, η κατάκτηση μιας αντι-ηγεμονίας ήδη ακόμη στα αστικά πλαίσια θα μας επιτρέψει να ελέγξουμε την κυβέρνηση και τον κρατικό μηχανισμό χωρίς να χρειαστεί κάποια «ρήξη», αλλά και χωρίς να αποδιαρθρώσουμε τον χρήσιμο για μας κρατικό μηχανισμό. Έτσι ανοίγει μια «μακρά πορεία» ειρηνικής και δημοκρατικής μετάβασης (κατάλληλης για τη Δύση).
Η στρατηγική αυτή νομιμοποίησε την κατάκτηση θέσεων από το Ιταλικό Κ.Κ. σε τοπικό και κοινοβουλευτικό επίπεδο επί δεκαετίες, τη διαμόρφωσή του σε «κόμμα αγώνα και διακυβέρνησης» και τον προσανατολισμό ενός όντως γιγάντιου μαζικού κινήματος στη «διεύρυνση των δημοκρατικών και αντιπροσωπευτικών θεσμών». Παρά το ότι το Ι.Κ.Κ. διατηρεί ως το 1981 (οπότε διαπιστώνει την «εξάντληση του Οκτώβρη» λόγω της Πολωνικής κρίσης) τη θεωρητική έννοια της «Δικτατορίας του Προλεταριάτου», την εννοεί ως μια ολοκλήρωση της μακράς στρατηγικής κοινοβουλευτικής κατάκτησης της ηγεμονίας και δι’ αυτής της κυριαρχίας. Ιδίως η επιμονή στην υπεράσπιση των αστικών ελευθεριών, σε αντίθεση με τη σοβιετική εμπειρία (καθ’ εαυτήν θετική) χρησιμοποιείται για να νομιμοποιήσει τη σχέση συνέχειας και όχι ρήξης με την αστική δημοκρατία. Η διάσπαση του «Μανιφέστο» το 1969 έρχεται να δηλώσει την ιστορική απροθυμία του Ι.Κ.Κ. να αμφισβητήσει in toto τη δομή του αντιπροσωπευτικού κράτους.43 Όταν πάλι ο Ν. Μπόμπιο θέτει το 1977 το ερώτημα αν υπάρχει εναλλακτική λύση στην αντιπροσωπευτική δημοκρατία, διαπιστώνει περισσότερη συμφωνία παρά διαφωνία από το κόμμα αυτό.
Είναι, όμως, αυτή η θέση περί «συνέχειας» όντως συμβατή με τη σκέψη του Γκράμσι; Αν αυτό γίνει δεκτό, η απόσταση μεταξύ Γκράμσι και πρώιμου Κάουτσκυ ελαχιστοποιείται, παρά το γεγονός ότι οι Ιταλοί κομμουνιστές λόγω του συμβολισμού του Κάουτσκυ στην πολεμική του με τον Λένιν («αποστάτης») απέφυγαν αυτόν τον παραλληλισμό.

6.2. Ο Γκράμσι του «Πολέμου Θέσεων»

«Τα εποικοδομήματα της κοινωνίας των πολιτών είναι σαν το σύστημα των χαρακωμάτων στο σύγχρονο πόλεμο. Όπως συνέβαινε σ’ αυτόν ώστε μια λυσσώδης βολή πυροβολικού να μοιάζει ότι έχει καταστρέψει όλο το αντίπαλο αμυντικό σύστημα, αλλά του είχε καταστρέψει μόνο την εξωτερική επιφάνεια, και τη στιγμή της επίθεσης και της προέλασης οι επιτιθέμενοι βρίσκονταν μπροστά σε μιαν αμυντική γραμμή που ήταν ακόμη σε ενέργεια, έτσι συμβαίνει στην πολιτική κατά τη διάρκεια των μεγάλων οικονομικών κρίσεων. Ούτε τα τμήματα εφόδου εξαιτίας της κρίσης οργανώνονται κεραυνοβόλα στο χώρο και το χρόνο, ούτε ακόμη λιγότερο αποκτούν επιθετικό πνεύμα. Αντίστοιχα, αυτοί που δέχονται την επίθεση ούτε αποθαρρύνονται ούτε εγκαταλείπουν την άμυνα, έστω και μέσα στα ερείπια, ούτε χάνουν την εμπιστοσύνη στις δυνάμεις τους και το μέλλον τους. Τα πράγματα δε μένουν ακριβώς όπως ήταν, αλλά είναι σίγουρο ότι ελαττώνεται το στοιχείο της ταχύτητας, του εσπευσμένου χρόνου, της τελειωτικής προέλασης, όπως θα περίμεναν οι στρατηγοί του πολιτικού καρντονισμού» (Γκράμσι «Για τον Μακιαβέλη», όπ.π. σ. 125).

Το τοπολογικό / στρατιωτικό σχήμα του «Πολέμου Θέσεων» και του «Πολέμου Ελιγμών» στα Τετράδια της Φυλακής (το τμήμα τους με τον τίτλο «Για τον Μακιαβέλι») είναι ένα σχήμα που θεμελιώνει τη διαφορά στη στρατηγικής του εργατικού κινήματος μεταξύ Ανατολής και Δύσης.
Στην Ανατολή, όπου η κοινωνία των πολιτών ήταν υπανάπτυκτη και ζελατινώδης και τα οχυρωματικά έργα πριν από το φρούριο της αστικής εξουσίας υποτυπώδη, η μόνη δυνατή στρατηγική ήταν ο «πόλεμος ελιγμών», η «επίθεση του Οκτώβρη». Στη Δύση, όπου έχει αναπτυχθεί μια ισχυρή και μη εύκολα διαπερατή «κοινωνία των πολιτών», η εναλλακτική λύση είναι ο «πόλεμος θέσεων», η φθορά αλά Κάουτσκυ του αντιπάλου, η σταδιακή υπερνίκηση των εμποδίων.
Κατ’ αρχήν, αν η θεώρηση του Γκράμσι εξαντλούνταν σε αυτό το σχήμα, και μάλιστα ερμηνευμένο ως αποκλειστικότητα του «πολέμου θέσεων», ο Γκράμσι θα τοποθετούνταν δεξιότερα του «Δρόμου προς την Εξουσία». Είδαμε ότι η «φθορά» (Ermattung) και η συγκέντρωση δυνάμεων είναι η πεμπτουσία του καουτσκισμού το 1909. Πλην όμως, ο Κάουτσκυ θεωρεί ότι στην τελική φάση είναι ενδεχόμενος ο επαναστατικός πόλεμος κινήσεων (η “Generalstreik”) υπονοώντας ότι η κατάκτηση της ηγεμονίας μπορεί να σκοντάψει στα υλικά εμπόδια που θα θέσει ο ελεγχόμενος από την αντίδραση κατασταλτικός μηχανισμός του κράτους.
Η ανάγνωση των περίφημων 12 σελίδων του Για τον Μακιαβέλι (σσ. 116-128 της ελληνικής έκδοσης) δεν δικαιολογεί καθόλου το τολιατικό/ μετωπικό συμπέρασμα. Για τον Γκράμσι, η εναλλαγή του «Πολέμου Θέσεων» με τον «Πόλεμο Ελιγμών ή Κινήσεων» στο στρατιωτικό αλλά και στο πολιτικό πεδίο δεν είναι απλώς πιθανή αλλά δεδομένη. Η λειτουργικότητα του «πολέμου θέσεων» εισάγεται στις αντιπαραθέσεις εκείνες όπου οι αντίπαλοι διαθέτουν αμοιβαία μεγάλη αριθμητική δύναμη αλλά και ισχυρό εφοδιασμό/επικοινωνίες (logistics), ώστε να μην μπορούν να
επιτύχουν γρήγορη νίκη με μια σαρωτική επιθετική κίνηση (σαν αυτήν που επιχείρησαν οι Γερμανοί υπό τον φον Κλουκ στην αρχή του Α΄ Παγκοσμίου Πολέμου και κατέληξε στην ήττα του Μάρνη το 1914 και τη γενίκευση του «πολέμου χαρακωμάτων»). Η στρατηγική του «πολέμου θέσεων» εξαντλεί τελικά τον ένα από τους δυο αντιπάλους και προετοιμάζει τον αποτελεσματικό και νικηφόρο «ελιγμό», όπως συνέβη και με την τελική επίθεση των Συμμάχων στο Δυτικό Μέτωπο το 1918.
Ο «παρατεταμένος πόλεμος» δεν αποφεύγει την τελική επίθεση (η ίδια άποψη εμφανίζεται αργότερα και στις αναλύσεις του Μάο), αλλά καθιστά δυνατό να γίνει αυτή υπό ευνοϊκό συσχετισμό δυνάμεων. Ο Γκράμσι δείχνει ότι τόσο στους αποικιακούς πολέμους (Ινδία, βλ. σσ. 116-117) όπως και στον Α΄ ΠΠ (σ. 118) είχαμε μια εναλλαγή «θέσεων» και «ελιγμών» και ότι μια βασική στρατηγική αρετή είναι όχι να αποφύγεις εν γένει την «κίνηση», αλλά να μην ξεγελαστείς να την επιχειρήσεις πρόωρα και μειοψηφικά (εδώ υιοθετεί και την κριτική του Λένιν στον γερμανικό «πραξικοπηματισμό» του 1920-1921). Μάλιστα, η εκτενής ενασχόληση του Γκράμσι με τα στρατιωτικά ζητήματα αποδεικνύει ότι ο Γκράμσι του 1930 καθόλου δεν έχει εγκαταλείψει την προοπτική της «ρήξης» στη Δύση και μάλιστα με συνδυασμό πολιτικών και στρατιωτικών μέσων (τουλάχιστον για την περίοδο πριν από τον Β΄ ΠΠ η εμπειρία θα τον επιβεβαίωνε με την ανάδυση της ισπανικής επανάστασης). Η αναφορά στους «καταδρομείς», τις ειδικές δυνάμεις και τις παραστρατιωτικές οργανώσεις – μ’ όλο που η φασιστική λογοκρισία του επιβάλλει «κώδικες» – υποδηλώνει τη διατήρηση της σημασίας των ειδικών στρατιωτικών μηχανισμών που ακόμη τότε διατηρούν τα Κ.Κ. εν όψει της κατάληψης της εξουσίας ή της άμυνας κατά του φασισμού (στη Γερμανία υπήρχε ειδικός Militärapparat υπό τον Kieppenberger, ο οποίος οργάνωνε και πράξεις ατομικής βίας σε περιόδους κρίσεων). Υποδηλώνει, ακόμη, την ιδιαίτερη σημασία της κατασταλτικής όψης του αστικού κράτους, που δεν μπορεί να παρακαμφθεί τελείως από τον πόλεμο «θέσεων».
Ακόμη παραπάνω: η θέση του Γκράμσι για τη συντελούμενη το 1930 «παθητική επανάσταση» και τον tranformismo επιβεβαιώνει την ιδιαίτερη απαισιοδοξία του απέναντι στη λογική της εύκολης «αντι-ηγεμονίας» και της «στρατηγικής αισιοδοξίας» για την ανατροπή των εκλογικών συσχετισμών, όπως αυτές πήγασαν από τη Β΄ Διεθνή. Η δυνατότητα του αστισμού να οργανώσει μια ηγεμονική συμμαχία με μικροαστικά, αγροτικά αλλά και ορισμένα εργατικά στρώματα δείχνει, α) ότι η οικονομική κρίση δεν οδηγεί αυτόματα στην πολιτική κρίση (αντίθετα προς την ανάγνωση της Β΄ και της ύστερης Γ’ Διεθνούς για τις κρίσεις) και β) ότι ο εξελικτικισμός έχει «πήλινα πόδια».
Με τις παραπάνω έννοιες, μπορεί μεν να γίνει δεκτό ότι η εισαγωγή του «πολέμου θέσεων» συγκροτεί μια σχετικά διαφορετική στρατηγική στη Δύση από τον Οκτώβρη, όμως αυτή η στρατηγική δεν φαίνεται να είναι και ρεφορμιστική-σταδιακή στρατηγική. Είναι, αντίθετα, όπως το κατανόησε ο Ν. Πουλαντζάς ιδίως στην πρώτη φάση του έργου του, η διαμόρφωση ενός «δυτικού λενινισμού», ενός εμπλουτισμού του Οκτώβρη, ριζικά διαφορετικού από τον «ειρηνικό-κοινοβουλευτικό δρόμο».

6.3. Ο Γκράμσι της αντι-ηγεμονίας

Όπως δείχνει εύστοχα ο Π. Αντερσον (στο προαναφερόμενο έργο του σσ. 28-63), η διάκριση μεταξύ «κοινωνίας των πολιτών» και «πολιτικής κοινωνίας» στον Γκράμσι δεν οδηγεί αναγκαστικά στη λύση ότι η «κοινωνία των πολιτών» κείται κατά κανόνα εκτός του αστικού κράτους. Είτε δεχθούμε την ερμηνεία του Άντερσον κατά την οποία ένα τμήμα της «κοινωνίας των πολιτών» εντάσσεται στο κράτος και ένα άλλο όχι, είτε την ερμηνεία του Λ. Αλτουσέρ,44 κατά την οποία η γκραμσιανή «κοινωνία των πολιτών» υπό την έννοια του πλέγματος των Ιδεολογικών Μηχανισμών του Κράτους (ΙΜΚ) εντάσσεται σε μια διευρυμένη έννοια του αστικού κράτους, κατανοούμε το εύθραυστο μιας ανάγνωσης που θεωρεί την «κοινωνία των πολιτών» ως ένα ευχερώς μεταβαλλόμενο πεδίο εξουσίας, ένα πεδίο όπου αρχικά το κεφάλαιο κυριαρχεί, αλλά σταδιακά κάθε δύναμη κερδίζει όση εξουσία χάνει η αντίπαλή της (εξουσία ως μηδενικό άθροισμα).
Παρά το ότι αρκετά αντιφατικά σημεία του Γκράμσι (και σε άλλα έργα του όπως Οι Διανοούμενοι ή Ο Νέος Ηγεμών) προσανατολίζουν προς την αίσθηση ότι η αντι-ηγεμονία του προλεταριάτου μπορεί να ολοκληρωθεί προτού κατακτηθεί από αυτό η πολιτική εξουσία,45 σε συνδυασμό και με την παρουσία μιας έντονα ιστορικίστικης σύλληψης της εργατικής τάξης ως «ιστορικού απελευθερωτή», η έστω έμμεση αλλά σαφής εκτίμηση του Γκράμσι για την ενότητα της αστικής πολιτικής εξουσίας και για την τεράστια σημασία του καταναγκασμού στην ίδια την οργάνωση της συναίνεσης οδηγεί στο αντίθετο αποτέλεσμα: Ενώ η πάλη για την ηγεμονία μπορεί να αμφισβητήσει σε βάθος τις κυρίαρχες σχέσεις εξουσίας σε όλα τα επίπεδα (παραγωγή, ιδεολογία, κοινωνική ηθική και προσωπικές σχέσεις, εξουσία εντός των ΙΜΚ, εδώ η ανάλυση του Γκράμσι 30 χρόνια πριν από τους Αλτουσέρ και Μπετελέμ πηγαίνει πολύ βαθύτερα από τον «διοικητικό μηχανισμό» της Β΄ Διεθνούς), η ίδια η τάση αντι-ηγεμονίας παραμένει ημιτελής και μπορεί να ανασχεθεί όσο ο αντίπαλος «κατέχει» ένα ενιαίο πλέγμα κατασταλτικής, ιδεολογικής και διαπλαστικής/συντακτικής εξουσίας.46 Η θέση αυτή υπάρχει στον Γκράμσι σε ατελή ακόμη μορφή και ολοκληρώνεται στο έργο των Αλτουσέρ και Πουλαντζά. Σαφώς, όμως, ο Γκράμσι φαίνεται να κατανοεί ότι οι σφαίρες της καταστολής και της συναίνεσης δεν είναι αποσπασμένες μεταξύ τους αλλά διαμορφώνουν μια ενιαία σχέση εξουσίας (με δυνατότητα μετάθεσης του κέντρου της ανάλογα με τη συγκυρία της ταξικής πάλης) και ακριβώς γι’ αυτό η αντι-ηγεμονία δεν σημαίνει τη σταδιακή απόσπαση τμημάτων εξουσίας από τον αντίπαλο μέχρις ότου «το ταμείο του μείνει άδειο». Φαίνεται ακόμη να καταλαβαίνει (ιδίως στην επεξεργασία του για την «παθητική επανάσταση») ότι η αστική δεσπόζουσα στο πεδίο της «κοινωνίας των πολιτών» επιδέχεται επιμέρους αμφισβητήσεις και ανατροπές χάρη στην παρουσία και δράση των εργατικών τάξεων εντός αυτής, όχι, όμως, τη συνολική της ανατροπή, όσο ακόμη η αστική εξουσία επιβιώνει. Με τη σημερινή εμπειρία του «Υπαρκτού Σοσιαλισμού» θα προσθέταμε ότι αντιστέκεται μανιωδώς ακόμη και μετά την (ασταθή ακόμη) κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας.

6.4. Ο Γκράμσι του Ενιαίου Μετώπου στη δεκαετία του 1930
Με τον Τρότσκυ ή με το Λαικό Μέτωπο;

Η θέση του Γκράμσι σχετικά με την ηγεμονία και την πολιτικοϊδεολογική ενοποίηση του «έθνους» υπό ταξική διεύθυνση συνδέεται άμεσα με την «επιστροφή» του στο Ενιαίο Μέτωπο του 192247 και ιδίως υπό το πρίσμα της καταπολέμησης του φασισμού στην Ευρώπη.
Η δύναμη του κεφαλαίου στην «κοινωνία των πολιτών» συντελεί καθοριστικά στη σύμπηξη ενός συνασπισμού τάξεων και μερίδων γύρω του και στην αποδυνάμωση του λαϊκού κοινωνικού συνασπισμού.48 Εξ ου και η ασυνεχής και μη γραμμική μορφή της επαναστατικής διαδικασίας στον καπιταλισμό. Από αυτήν την άποψη, η επεξεργασία της αντι-ηγεμονίας από το επαναστατικό κόμμα δεν πρέπει να κατατείνει στην αυτοεπιβεβαίωσή του (όπως τα Κ.Κ. της «Τρίτης Περιόδου» αλλά, θα προσθέταμε, και το Κ.Κ.Ε. σήμερα στην Ελλάδα) αλλά στη δημιουργία ενός πολιτικού μετώπου/ συμμαχίας που καθοδηγεί τους αγώνες και συντείνει στην αποδυνάμωση του συνασπισμού εξουσίας. Με αυτήν την έννοια ο Γκράμσι επιστρέφει το 1930 στη γραμμή του 1922 και φαίνεται να συναντά – χωρίς να το ξέρει – τον παράλληλο τότε προβληματισμό του Τρότσκυ για την Αριστερά στη Γερμανία εν όψει της ανόδου του ναζισμού.49 Η λογική του Γκράμσι είναι μια αμυντική συμμαχία υπό προλεταριακή ηγεμονία. Παρά το ότι ο Γκράμσι δεν προφταίνει να αναλύσει την εμπειρία του Λαϊκού Μετώπου, είναι αμφίβολο αν θα το κατανοούσε ως μια διευρυμένη μορφή του Ενιαίου Μετώπου: το πρόγραμμα του 1922 δεν ταυτίζεται ούτε με την «υπεράσπιση της αστικής δημοκρατίας» ούτε με την αναζωογόνηση της «εθνικής άμυνας» (παρά τη σχετική συμπάθεια του Γκράμσι προς μια αριστερή οικειοποίηση του «Έθνους», ο Γκράμσι είχε ταχθεί φανατικά κατά της συμμετοχής της Ιταλίας στον Α΄ ΠΠ) ούτε πολύ περισσότερο μεταθέτει τη σοσιαλιστική προοπτική στο αόρατο μέλλον, όπως στην πράξη έκανε ο μετωπισμός.

6.5. Ο «λενινιστής» Γκράμσι και ο «γκραμσιανός» Λένιν ως αντίπαλοι του Κάουτσκυ εντός του δυτικού μαρξισμού. Η Χιλή του Αλιέντε

Μια βασική διαφορά του Γκράμσι των Τετραδίων – παρά τις υπαρκτές και έντονες αντιφάσεις του50 – από τον εξελικτικισμό έγκειται στη σαφή προσέγγισή του στον όχι πάντοτε κυρίαρχο αλλά διαρκώς τελικά καθοριστικό ρόλο του αστικού μηχανισμού καταναγκασμού στην πολιτική ταξική πάλη.51 Ενώ στο πεδίο συμμαχιών της με σύμμαχες τάξεις και στρώματα η αστική τάξη προνομοποιεί τη διεύθυνση/ συναίνεση, στη σχέση με τις κυριαρχούμενες τάξεις στις μεν ομαλές περιόδους προνομοποιεί τη συναίνεση στις δε περιόδους κρίσεων προνομοποιεί την καταστολή.
Το παιχνίδι της ηγεμονίας παίζεται όχι επί «ίσοις όροις», αλλά πάντοτε με το άσσο του στρατού στο μανίκι της αστικής τάξης. Όταν οι εκπροσωπήσεις κλονίζονται,, κανείς δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι ο αντίπαλος θα σεβαστεί τους «κανόνες του παιχνιδιού».
Όποιος δεν το έχει καταλάβει, ας ανατρέξει στην ιστορική εμπειρία της Ισπανίας του 1936, της Χιλής του 1973, της Αυστρίας του 1934 ή και της Ελλάδας του 1967.
Όπως συμπληρώνει ο Πουλαντζάς στο τελευταίο έργο του (και σε αντίφαση με το πολιτικό του συμπέρασμα), οι λαϊκές τάξεις διατηρούν μια απολύτως κυριαρχούμενη θέση εντός του Κρατικού Μηχανισμού Καταναγκασμού και δεν μπορούν να επηρεάσουν τους θεσμούς του κατά τον τρόπο που το κάνουν εντός των Ι.Μ.Κ. (Βεβαίως, σήμερα έχουν ενισχυθεί εκτός του στρατού και άλλες δυνατότητες «στραγγαλισμού» ενός κοινωνικού πειράματος, η οικονομική πίεση-περικύκλωση, η λειτουργία των ολοκληρώσεων και οι εντός αυτών οικονομικές και στρατηγικές σχέσεις κ.ο.κ.).
Από τη θέση περί του σε τελευταία ανάλυση καθοριστικού ρόλου της κρατικής καταστολής στο αστικό κράτος προκύπτουν δυο αλληλένδετα μεταξύ τους συμπεράσματα:

  • Ο καπιταλιστικός Μηχανισμός Καταναγκασμού δεν μπορεί να κατακτηθεί ή έστω να ουδετεροποιηθεί με μια στρατηγική «αντι-ηγεμονίας» ή διαρθρωτικών αλλαγών. Ενώ είναι σαφές ότι σε μια περίοδο ρήξεων χρειάζεται να ενταθεί μια ζύμωση της Αριστεράς εντός του στρατού για την αμφισβήτηση των μιλιταριστικών δομών και να κερδηθεί ένα μεγάλο μέρος των εφέδρων (πρόβλημα που οξύνεται σήμερα με την παγίωση του επαγγελματικού στρατού), ο σκληρός πυρήνας του μηχανισμού, η επαγγελματική στελέχωση και οι Ειδικές Δυνάμεις, ούτε μπορεί να πεισθεί ούτε να ουδετεροποιηθεί. Χρειάζεται, λοιπόν, μια στρατηγική «ρήξης μέσα στον μηχανισμό» και «δυαδικοποίησης», η οποία θα απομονώσει και εν τέλει θα διαλύσει τον σκληρό πυρήνα (ειρηνικά ή βίαια ανάλογα με τη συγκυρία). Τα ίδια ισχύουν, τηρουμένων των αναλογιών, και για τον μηχανισμό της Αστυνομίας, τις Ειδικές της Δυνάμεις κλπ. με πρόσθετες δυσκολίες λόγω του αυστηρά επαγγελματικού τους χαρακτήρα. Θυμίζουμε εδώ την απολύτως ουτοπική θέση του Σ. Καρίγιο (Ευρωκομουνισμός...», όπ.π. σσ. 74 επ.), σύμφωνα με την οποία οι αξιωματικοί είναι απλώς … εργαζόμενοι και η σοβαρή ενασχόληση της Αριστεράς με τα επαγγελματικά τους θέματα και τα «τεχνικά ζητήματα της εθνικής άμυνας» (!!!) θα τους δείξει το επιζήμιο του ΝΑΤΟ και του μιλιταρισμού και θα τους κερδίσει ακόμη και σε επίπεδο ηγεσίας για τη δημοκρατία και το σοσιαλισμό. Θυμίζουμε ακόμη και την ακλόνητη εμπιστοσύνη του ηρωικού Προέδρου Αλιέντε στο πρόσωπο του Πινοσέτ ως το τραγικό πρωινό της 11-9-1973 (ο οποίος Αλιέντε, παρεμπιπτόντως, ήταν μάλλον ο μόνος αριστερός ηγέτης των τελευταίων δεκαετιών που ανέλαβε την κυβερνητική εξουσία κοινοβουλευτικά, πιστεύοντας ειλικρινά και με συνέπεια στη δυνατότητα μιας ειρηνικής μετάβασης στον σοσιαλισμό).

  • Ακριβώς επειδή μια μακρά στρατηγική αντι-ηγεμονίας στη Δύση δεν μπορεί να ολοκληρωθεί χωρίς την κατάκτηση από τον λαϊκό κοινωνικό συνασπισμό της πολιτικής εξουσίας και τη μακροχρόνια επαναστατικοποίηση/ συντριβή των αστικών κρατικών μηχανισμών και σχέσεων (θέση που εμπλουτίσθηκε και από την πολύτιμη εμπειρία της Πολιτιστικής Επανάστασης στην Κίνα), αλλά και επειδή η παρέμβαση στους θεσμούς και η μαζική διεκδίκηση της αντι-ηγεμονίας δεν ανατρέπουν πέρα από ένα σημείο ένα σημείο την αστική δεσπόζουσα εντός των κρατικών μηχανισμών, αλλά και ούτε αναγκαστικά παράγουν μόνιμα αποτελέσματα (μέχρις ότου τουλάχιστον συμπυκνωθούν σε μια ενότητα ρήξης και ανατροπής της αστικής εξουσίας), η λογική μιας σταδιακής, εξελικτικής και ειρηνικής (με την έννοια τουλάχιστον των μη ρήξεων) μετάβασης παραμένει και σήμερα ανέφικτη. Ακόμη περισσότερο, είναι δεδομένο ότι αυτές οι ρήξεις δεν θα είναι ίσης σημασίας, ομοιόμορφες και διηνεκείς (όπως πρέσβευε ο επίσημος ευρωκομμουνισμός) μέχρι τον «σοσιαλισμό», αλλά θα κλιμακωθούν σε μια περίοδο «τομής» (αποφασιστικών ρήξεων). Αυτή η θέση παραμένει σημαντική παρακαταθήκη του έργου των Λένιν και Γκράμσι και συνεπάγεται μια βασική εξωτερικότητα της Αριστεράς έναντι του αστικού κράτους.52

Η εξωτερικότητα δεν σημαίνει, όπως δείχθηκε,, τη μη παρέμβαση στους θεσμούς αλλά εκείνη την ειδική παρέμβαση και διεκδικητική δράση, η οποία αμφισβητεί τις πολύμορφες σχέσεις αστικής εξουσίας, αρνείται την ουδετερότητα του κράτους ως δήθεν «διοικητικού μηχανισμού» και του εμπορεύματος ως απόλυτης και διιστορικής οικονομικής μορφής, και κατατείνει στρατηγικά στην κατάργησή τους. Σημαίνει, τέλος, την απόρριψη της θέσης ότι η κοινοβουλευτική κατάκτηση του κυβερνητικού κέντρου εξουσίας συνεπάγεται αυτόματα την κατάκτηση της πολιτικής εξουσίας από τους εργαζόμενους και τους συμμάχους τους.



Το κείμενο αποτελεί μέρος άρθρου του Δημήτρη Μπελαντή που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Θέσεις, τ. 105 τον Οκτώβριο του 2008, με τίτλο: "ΤΟ ΕΓΧΕΙΡΗΜΑ ΤΟΥ «ΕΙΡΗΝΙΚΟΥ ΔΡΟΜΟΥ». ΌΨΕΙΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΕΡΟΥ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΣΜΟΥ ΣΤΟΝ 20Ο ΑΙΩΝΑ"

Σημειώσεις:
40 Βλ. σε Λ. Γκρούπι, Η έννοια της ηγεμονίας στον Γκράμσι, Αθήνα 1977, Θεμέλιο, Ε. Μπερλίνγκουερ, Ο Ιστορικός Συμβιβασμός, Αθήνα 1975, Θεμέλιο.
41 Βλ. για την εσωκομματική πάλη του 1920-1926 Κ. Χόαρ-Τζ. Νοέλ Σμιθ, Για τον Γκράμσι, Αθήνα 1982, Στοχαστής.
42 Π. Άντερσον, Οι Αντινομίες του Αντόνιο Γκράμσι, Αθήνα 1979, Μαρξιστική Συσπείρωση, σσ. 30 επ. («Αυταπάτες της Αριστερής Σοσιαλδημοκρατίας»).
43 Il Manifesto-PDUP, 200 Θέσεις για τον Κομμουνισμό, Αθήνα 1976, Εξάντας.
44 Λ. Αλτουσέρ, «Ιδεολογία και Ιδεολογικοί Μηχανισμοί του Κράτους», σε Θέσεις, Αθήνα 1983, Θεμέλιο.
45 Έτσι και σε Μ. Χάρνεκερ, Βασικές έννοιες του Ιστορικού Υλισμού, Αθήνα 1980, Παπαζήσης.
46 Για το ότι η αστική εξουσία δεν εξαντλείται στο δίπολο συναίνεση/ καταναγκασμός αλλά διαθέτει και μια τρίτη «αναπαραγωγική/ διαπλαστική «διάσταση (την οποία ονομάζουμε «διαπλαστική/ συντακτική») βλ. και σε Ν. Πουλαντζά, Το κράτος, η εξουσία, ο σοσιαλισμός, Εισαγωγή, Αθήνα 1984, Θεμέλιο.
47 Η γραμμή του Ενιαίου Μετώπου και των «εργατο-αγροτικών κυβερνήσεων» εγκρίνεται από το 4ο Συνέδριο της Γ΄ Διεθνούς (1922) κάτω από την πίεση των Λένιν και Τρότσκυ βάσει της εκτίμησης ότι ο καπιταλισμός έχει βγει από τη φάση επαναστατικής κρίσης 1917-1921 και έχει περάσει στην αντεπίθεση με τη μορφή του φασισμού, αντεπαναστατικών κυβερνήσεων όπως σε Ιταλία, Ουγγαρία, Γερμανία κ.α. Προτείνει την ενότητα των κομμουνιστών και σοσιαλιστών εργατών από τα κάτω, αλλά υπό προϋποθέσεις και από τα πάνω.
48 Σε ολοκληρωμένη μορφή σε Ν. Πουλαντζά, Πολιτική εξουσία και κοινωνικές τάξεις, τ. Β΄, Αθήνα 1975, Θεμέλιο.
49 Βλ. σε Π. Άντερσον όπ.π., σσ. 69 επ. και 83 επ. Βλ. και Λ. Τρότσκυ, Ο φασισμός και το εργατικό κίνημα στη Γερμανία, Αθήνα 2008 (επανέκδοση).
50 Ο Άντερσον επισημαίνει, παρά τη θέση του το 1977 υπέρ ενός «επαναστάτη Γκράμσι», ότι η τελική συνισταμένη τωνΤετραδίων παραμένει αμφίσημη, ασαφής και σκοτεινή, ανοιχτή σε πολλές αναγνώσεις.
51 Αναλυτικά σε Άντερσον όπ.π. σσ. 48-50. βλ. και σε L. Althusser, Philosophy of the Encounter, Verso 2006, σσ. 7 επ. (“Marx in his Limits”). Ο Αλτουσέρ επιβεβαιώνει τη θέση, α) ότι η καταστολή έχει εντός της αστικής εξουσίας τον τελικά καθοριστικόχαρακτήρα και β) ότι ο σκληρός πυρήνας «βίας» του αστικού κράτους δεν επιδέχεται μετασχηματισμού ή ελέγχου.
52 Βλ. και την παρέμβαση του Αλτουσέρ στο Συζήτηση για το κράτος, Αθήνα 1980, εκδ. Αγώνας Σε όμοια κατεύθυνση το πρόσφατο άρθρο του Γ. Μηλιού, «Η Αριστερά απέναντι στην αγορά και το κράτος. Σκέψεις για τη στρατηγική μετάβασης στον κομμουνισμό» Κόκκινο τ. 37/Μάρτιος 2008.

Τετάρτη 17 Ιουλίου 2013

Το ενιαίο μέτωπο, η μεγάλη πρόκληση.














Συνεδριακή χρονιά το 2013 για την Αριστερά. Το ΚΚΕ είχε «ένα από τα πιο σημαντικά συνέδρια στην ιστορία του κόμματος», όπως αναφέρει το ίδιο, ο ΣΥΡΙΖΑ χαρακτηρίζει το δικό του συνέδριο «ιδρυτικό» με ό,τι σημαίνει αυτό και η ΑΝΤΑΡΣΥΑ με τη 2η πανελλαδική της Συνδιάσκεψη, δεν εξαιρείται από το κοινό κλίμα: Είναι ώρα στρατηγικών απαντήσεων. Σε αυτό τοπίο σπαρμένο ερωτήματα και προκλήσεις, παρεμβαίνει με το δικό του αιρετικό και πρωτότυπο τρόπο ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου με το νέο του βιβλίο που έχει τίτλο «Η κρίση, η Αριστερά, η Εξουσία, Η μεγάλη πρόκληση» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Λιβάνη.
Αν η μεγάλη πρόκληση του καιρού μας είναι η έξοδος από την κρίση, η μεγάλη πρόκληση για την ίδια την Αριστερά είναι το ενιαίο μέτωπο, μια παλιά ιδέα που διαρκώς έρχεται στην επικαιρότητα. Το βιβλίο του Πέτρου Παπακωνσταντίνου είναι μια μάχιμη απάντηση στο βασικό (μέχρι και …υπαρξιακό) ερώτημα αν η Αριστερά μπορεί να αποτελέσει σήμερα την πολιτική εκείνη δύναμη που θα θέσει τέρμα στην πορεία κοινωνικής καταστροφής που δρομολογείται στο έδαφος της κρίσης και της μνημονιακής τη διαχείρισης. Η απάντηση του συγγραφέα κοντολογίς είναι «ναι, υπό πολύ αυστηρές προϋποθέσεις».

Η Αριστερά στο στρατηγείο του αντιπάλου
Όπως εύστοχα σχολιάζει το βιβλίο, η εκλογική άνοδος του ΣΥΡΙΖΑ και το πλησίασμά του στην κυβερνητική εξουσία παρά την κινηματική νηνεμία, μοιάζει με «ένα κίνημα που αποτυγχάνει παρά τις επανειλημμένες εφόδους του να εκπορθήσει το φρούριο του εχθρού, στέλνει με καταπέλτη μια αριστερή κυβέρνηση στο στρατηγείο του αντιπάλου, ενώ το ίδιο συνεχίζει να βρίσκεται στρατοπεδευμένο εκτός των τειχών». Είναι αυτό καταδικαστέο; Όχι, είναι όμως πιθανό να συμβεί. Σε αυτήν την περίπτωση όμως, δύο επιλογές μένουν σε μια αριστερή κυβέρνηση: Η άτακτη αναδίπλωση, η προδοσία των λαϊκών ελπίδων «για να καταρρεύσει πολύ γρήγορα» ή η δρομολόγηση βαθύτατων ριζοσπαστικών αλλαγών, «που θα τη θέσουν σε τροχιά ιστορικής σύγκρουσης με την ελληνική ολιγαρχία και τον ιμπεριαλισμό», όπως τονίζεται χαρακτηριστικά. Ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου οσμίζεται και αναλύει την αριστερή, χαιρέκακη εκδοχή της λογικής του «ώριμου φρούτου»: Η γρήγορη αποτυχία του ΣΥΡΙΖΑ θα ανοίξει το δρόμο στην επαναστατική Αριστερά, λένε αρκετοί. Είναι όμως έτσι; «Αν καταρρεύσει απότομα ο ΣΥΡΙΖΑ … χωρίς να έχει προηγηθεί μια απότομη άνοδος του λαϊκού κινήματος … το αποτέλεσμα θα έχει αρνητικές μακροχρόνιες επιπτώσεις για το σύνολο της Αριστεράς», επισημαίνεται, όπως έχει τουλάχιστον αποδείξει και η ιστορική εμπειρία: Μετά τις καταρρεύσεις των σοσιαλιστικών καθεστώτων, την πλήρωσαν με ανυποληψία και οι δυνάμεις που ασκούσαν κριτική στον «υπαρκτό»…

Και η μεταρρύθμιση θέλει επανάσταση
Σε αυτή την εποχή των ακραίων κοινωνικών φαινομένων, ακόμη και οι μερικές μεταρρυθμίσεις θα επιβληθούν με επαναστατικό τρόπο, υποστηρίζει ο συγγραφέας. «Ακόμη κι ο κεϋνσιανός πρέπει να γίνει λίγο λενινιστής για να παραμείνει έστω κεϋνσιανός που σέβεται τον εαυτό του», όπως το θέτει παραστατικά. Ζήτημα κεντρικό δεν είναι άλλο από την ευρωπαϊκή ενοποίηση, πολιτική και νομισματική. Όπως εκτιμά ο Π. Παπακωνσταντίνου, μια κυβέρνηση που θα θελήσει να τηρήσει τις δεσμεύσεις του ΣΥΡΙΖΑ σε ένα απόλυτα εχθρικό περιβάλλον όπως το σημερινό, «θα αναγκαστεί μέσα σε λίγα εικοσιτετράωρα να φύγει από το ευρώ, να κόψει δραχμές, να εφαρμόσει ελέγχους στο συνάλλαγμα και να εθνικοποιήσει τις τράπεζες». Με το να χαρακτηρίζει το πρόβλημα του ευρώ «ψευτοδίλημμα», ο ΣΥΡΙΖΑ απλώς «χάνει σε φερεγγυότητα» κατά τον συγγραφέα.

Κινηματικές πρωτοβουλίες με πολιτική στήριξη
Με τέτοια ζητήματα άλυτα, πώς θα ενωθεί όμως αυτή η Αριστερά; Στο μεγάλο αυτό ερώτημα, η απάντηση του Πέτρου Παπακωνσταντίνου αφορά μάλλον μια άλλη, ιδεατή ακόμη, Αριστερά. Όπως λέει ο ίδιος, σήμερα διατυπώνονται από τις δύο κύριες αριστερές δυνάμεις «δύο καρικατούρες μετωπικής πολιτικής»: Από τη μια ο «κοινοβουλευτικός σοσιαλισμός» του ΣΥΡΙΖΑ που καλεί τους πάντες να πάρουν κάρτα μέλους και να αναστείλουν την κριτική και από την άλλη ο «επαναστατικός τελεσιγραφισμός» του ΚΚΕ. Η έξοδος από αυτές τις …Συμπληγάδες είναι μια «γραμμή ενιαίου μετώπου, με μεγάλες κινηματικές πρωτοβουλίες, που θα έχουν όμως κεντρική πολιτική στήριξη από το σύνολο των αριστερών δυνάμεων, ώστε να εξασφαλίσουν πνοή νίκης».
Όπως τονίζει χωρίς περιστροφές ο συγγραφέας, «οι μεγάλες στρατηγικές διαφορές μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ, ΚΚΕ και ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν επιτρέπουν τουλάχιστον επί του παρόντος ούτε εκλογικό συνασπισμό, ούτε κοινό κυβερνητικό σχήμα», γεγονός που θέτει εκ νέου ζήτημα αριστερής αντιπολίτευσης ακόμη και σε μια κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ. Τότε η …Αριστερά της Αριστεράς «οφείλει να κρατήσει κριτική στάση», στηρίζοντας τα θετικά μέτρα και βγαίνοντας στο δρόμο για κάθε απόφαση που συνιστά υποχώρηση.
Και το μέτωπο; Ένα άλλο πολιτικό επίπεδο ενότητας διαγράφει ως πρόταση στο σήμερα ο Πέτρος Παπακωνσταντίνου. Όχι στενά εκλογικό, ούτε όμως και πλαδαρά κινηματικό, ώστε μέσα στη διαλεκτική της πάλης για την ηγεμονία και την κοινωνική σωτηρία να προκύψει μια αχτίδα ελπίδας: «Το κόμμα φτιάχνει το μέτωπο, αλλά επίσης, το μέτωπο φτιάχνει το κόμμα», επισημαίνει. Και σαν τα σωματίδια της φυσικής που έλκονται και απωθούνται, το μέτωπο αυτό «χωρίς το ΣΥΡΙΖΑ δεν μπορεί να γίνει, χωρίς το ΚΚΕ και την ΑΝΤΑΡΣΥΑ δεν μπορεί να πετύχει».


[ Του Γιώργου Λαουτάρη, από το περιοδικό Αναιρέσεις, τεύχος 21, καλοκαίρι 2013]

Δευτέρα 25 Μαρτίου 2013

H εμπειρία του Λαϊκού Μετώπου

5. H εμπειρία του Λαϊκού Μετώπου (1936)33

«Χρειάζεται να γνωρίζεις πώς να τερματίσεις μια απεργία»
(Μορίς Τορέζ, γραμματέας του Κ.Κ. Γαλλίας, 1936).
«Το Λαϊκό Μέτωπο δεν είναι η επανάσταση», Κ.Κ. Γαλλίας, 1936.

Η εμπειρία των Λαϊκών Μετώπων είναι κομβικής σημασίας στην εξέλιξη της στάσης της Αριστεράς ως προς το ζήτημα της διακυβέρνησης. Θα σημαδέψει και την μεταπολεμική πορεία της Αριστεράς. 

 
  • Όσον αφορά τη σοσιαλιστική Αριστερά, θα γίνει για πρώτη φορά κατά κυριολεξία κυβερνητική δύναμη. Σε αντίθεση με το βραχύβιο αλλά και ασθενές βαϊμαριανό πείραμα του 1928-1930 (συγκυβέρνηση με το καθολικό «Κέντρο»), εδώ η σοσιαλιστική Αριστερά θα τείνει να έχει ηγεμονικό χαρακτήρα και θα ασκήσει μια «επιθετική» και όχι μια απλώς αμυντική πολιτική, καθώς διαφαίνεται για πρώτη φορά η δυνατότητα ενός αναδιανεμητικού κοινωνικού συμβολαίου (ασταθούς, που θα ανατραπεί στη συνέχεια στη Γαλλία από την αστική τάξη). Παρ’ όλα αυτά, μια βασική διαφορά με τα σοσιαλδημοκρατικά κόμματα μετά τον Β΄ ΠΠ έγκειται στο ότι οι Γάλλοι Σοσιαλιστές στα 1936 εξακολουθούν με ρεφορμιστικό τρόπο να αναφέρονται στον ειρηνικό δρόμο προς το σοσιαλισμό και όχι στην «κοινωνική» διαχείριση του καπιταλισμού. Παραμένουν λοιπόν Αριστερά με τη στενότερη έννοια.  
  • Όσον αφορά την κομμουνιστική Αριστερά, θα είναι η πρώτη προσέγγισή της στην (αστική ακόμη) κυβερνητική εξουσία, όπου θα αποδέχεται να αναλάβει κυβερνητικά καθήκοντα χωρίς να τίθεται άμεσα ζήτημα σοβιετικής εξουσίας. Μέσω του Λαϊκού Μετώπου το Κ.Κ. Γαλλίας (και εν μέρει και τα άλλα ευρωπαϊκά Κ.Κ.) συμφιλιώνεται με την ιδέα της διακυβέρνησης.  
Η αρχική σύλληψη του Λαϊκού Μετώπου από την Κομμουνιστική Διεθνή υπακούει σε δυο αλληλοσυνδεόμενες προτεραιότητες.
Η μια είναι γεωπολιτικού- στρατηγικού χαρακτήρα και σχετίζεται με την αίσθηση περικύκλωσης της Σοβιετικής Ένωσης από το αμυντικό σύμφωνο Πολωνίας και ναζιστικής Γερμανίας το 1934 και τον φόβο επιθετικού πολέμου της Γερμανίας εναντίον της. Ως εκ τούτου, η ΕΣΣΔ στρέφεται στις δυτικές δημοκρατίες προς υποστήριξη και υπογράφει το αμυντικό σύμφωνο Λαβάλ - Στάλιν του Μαΐου 1935. Κατά τον Κλαουντίν, αυτή η γεωπολιτική προτεραιότητα είναι και η κύρια πηγή στροφής της Κομμουνιστικής Διεθνούς και εγκατάλειψης της γραμμής του «σοσιαλφασισμού».
Η γεωπολιτική προτεραιότητα έχει και μια ακόμη σοβαρότατη διάσταση για τη στρατηγική της κομμουνιστικής Αριστεράς έναντι του αστικού κράτους. Τροποποιεί τη θέση της στο ζήτημα της «εθνικής άμυνας»: ενώ η κομμουνιστική Αριστερά ξεπήδησε εν πολλοίς ως ρεύμα αντίστασης στον ιμπεριαλιστικό πόλεμο του 1914 και κατά της «εθνικοποιημένης» Β΄ Διεθνούς, μέσω του Λαϊκού Μετώπου (ΛΜ) επανανακαλύπτει το «αμυνόμενο έθνος». Δηλώνεται δηλαδή για πρώτη φορά ότι αν το γαλλικό κράτος σε συμμαχία με την ΕΣΣΔ πολεμήσει κατά της ναζιστικής Γερμανίας, θα πρόκειται για «δίκαιο πόλεμο», ακόμη και αν εδώ διαπλέκονται τα συμφέροντα του γαλλικού ιμπεριαλισμού. (Κλαουντίν όπ.π. σ. 179: Στο ερώτημα αυτό, ο Τολιάτι έδωσε το 1935 καταφατική απάντηση στους Γάλλους και Ολλανδούς κομμουνιστές). Έτσι, άνοιξε ο δρόμος που θα οδηγούσε τα Κ.Κ. στη γραμμή ότι ο Β΄ ΠΠ θα ήταν μονοσήμαντα αντιφασιστικός και δεν θα είχε χαρακτήρα ενδοϊμπεριαλιστικού ανταγωνισμού – γραμμή κρίσιμη για τις εξελίξεις στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης που απελευθερώνονταν από τη γερμανική κατοχή στα 1944 - 1945 (όπως π.χ. στην Ελλάδα). Ομοίως, σχεδόν εγκαταλείπεται το αντιαποικιακό μέτωπο στις δυτικές ιμπεριαλιστικές δημοκρατίες. Βαρύτητα δίνεται στον αντιφασιστικό ρόλο των δυο εναπομεινάντων ισχυρών Κ.Κ., του γαλλικού και του τσεχοσλοβάκικου (κανείς το 1935 δεν προβλέπει τις εξελίξεις στην Ισπανία, έναν χρόνο μετά).
Η δεύτερη προτεραιότητα αντιστοιχεί στη δυσμενή θέση της Κ.Δ. μετά τη γερμανική ήττα του 1933. Ενώ ο Τρότσκυ έχει ήδη από το 1933 προειδοποιήσει για την ανάγκη σύμπτυξης Ενιαίου Μετώπου κατά του φασισμού στη Γερμανία,34 η Κ.Δ. επιμένει ως το 1934 αποκλειστικά στο Ενιαίο Μέτωπο από τα κάτω, κατά της ηγεσίας της «σοσιαλφασιστικής» Σοσιαλδημοκρατίας, την οποία και θεωρεί κύριο αντίπαλο. Η γραμμή αυτή (με την επιρροή και των Π. Τολιάτι και Γκ. Διμιτρόφ) τροποποιείται ριζικά στα τέλη του 1934 και αυτή η στροφή επικυρώνεται στο περίφημο 7ο Συνέδριο της Κ.Δ. τον Αύγουστο του 1935. Εδώ, η νέα γραμμή έχει δυο σκέλη εν όψει της διπλής αναγκαιότητας της αντιφασιστικής άμυνας και της «υπεράσπισης της Ε.Σ.Σ.Δ.»:
1) Ενιαίο Μέτωπο Σοσιαλιστών και Κομμουνιστών, πλέον και από τα «πάνω». Συνεργασία των εργατικών κομμάτων και οργανώσεων για την απόκρουση του φασισμού αλλά και για την ικανοποίηση των αμέσων συμφερόντων των εργατικών στρωμάτων. Σε αυτό το σημείο η Κ.Δ. δεν πρότεινε κάτι καινούριο αλλά επανέφερε τη γραμμή του 1922 σε μια πιο επεξεργασμένη εκδοχή της.
2) Με πυρήνα το Ενιαίο Μέτωπο, συμμαχία και με τα μικροαστικά, μεσαία και αγροτικά στρώματα. Το πρόβλημα, όπως επισημαίνει στα 1970 ο Πουλαντζάς,35 έγκειται στο ότι τα μεσαία στρώματα δεν εκπροσωπούνται αυτοτελώς στην πολιτική σκηνή αλλά αντιπροσωπεύονται από αστικά κόμματα εξουσίας στο πλαίσιο διαφορετικών ηγεμονικών στρατηγικών.
Έτσι, όπως στην περίπτωση των Ριζοσπαστών (Μπριάν και Νταλαντιέ), το γαλλικό Κ.Κ. μπαίνει σε μια κυβέρνηση μαζί με αστικά κόμματα, αν και αυτό δεν προβλέπεται ρητά από την απόφαση της Κ.Δ.
Η εισαγωγή της τακτικής του ΛΜ οδηγεί στη γενίκευση της στρατηγικής των σταδίων. Ενώ, δηλαδή, εξακολουθεί να προτείνεται ως τελικός σκοπός η (βίαιη) σοσιαλιστική επανάσταση και η σοβιετική εξουσία (όπου θα «σπάσει» πια η συμμαχία με τους σοσιαλιστές και τα μεσαία στρώματα), αυτό μετατίθεται στο μακρινό μέλλον και τίθεται ως τακτική προτεραιότητα η «δημοκρατική-αντιφασιστική» φάση, η άμυνα της εργατικής τάξης και η κατά το δυνατόν φιλολαϊκή διαχείριση του κράτους. Το πρόγραμμα της επανάστασης σπάει στα δυο, η πρώτη φάση αποτελεί τακτικό, η δεύτερη στρατηγικό στόχο. Επίσης, προτείνεται από την Κ.Δ. η αποφυγή ρήξεων και επαναστατικών πρακτικών ώστε να μην σπάσει η αντιφασιστική συμμαχία με την Ε.Σ.Σ.ΣΔ. λόγω τρομοκράτησης των αστών. Σε αντιπαράθεση με τον ισχυρισμό ότι δήθεν η γραμμή της «ειρηνικής συνύπαρξης» πρωτοεγκαθίσταται μετά τον Στάλιν και το 1956, διαπιστώνουμε ότι πρόκειται για πλευρά της γραμμής των ΛΜ. Χαρακτηριστικά, ο Κνόριν (μέλος της σοβιετικής καθοδήγησης της Κ.Δ.) θα υποστηρίξει στο Έβδομο Συνέδριο ότι «η επανάσταση θα προχωρήσει σε συνθήκες ειρηνικής άμιλλας και συνεργασίας» (Κλαουντίν, όπ.π. σ. 180, με εκτενείς αναφορές στο έργο των σοβιετικών ιστορικών Leibzon – Shirinya, Η στροφή στην πολιτική της Κομμουνιστικής Διεθνούς).
Η γραμμή του Λαϊκού Μετώπου στηρίζεται σε μια στενή προσέγγιση της βάσης του φασισμού ως κοινωνικοπολιτικού φαινομένου. Ο φασισμός είναι η κυριαρχία του πιο στενού-αντιδραστικού πυρήνα της χρηματιστικής ολιγαρχίας (Ντιμιτρόφ, 1935). Και είναι, προφανώς, ένα καθεστώς σαπίσματος του μονοπωλιακού καπιταλισμού, το έσχατο καταφύγιό του.36 Από αυτήν την ανάλυση προκύπτουν μια σειρά πολιτικά συμπεράσματα:
1) Η μη μονοπωλιακή αστική τάξη και τα μεσαία στρώματα ανήκουν αντικειμενικά στο «αντιφασιστικό στρατόπεδο», άρα, και τα αστικά κόμματα που τις εκφράζουν είναι αντικειμενικά σύμμαχα με το εργατικό κίνημα. Η ανάλυση αυτή παραβλέπει τον πολύ σημαντικό ρόλο τμημάτων των μικροαστικών τάξεων αλλά και της εργατικής αριστοκρατίας ως «τάξεων-στηριγμάτων» του αστισμού κατά τη διαδικασία εκφασισμού (πρβλ. και το συλλογικό έργο Faschismus und Kapitalismus των A. Prosenberg, O. Bauer, A. Thalheimer κ.ά., Φρανκφούρτη 1967).
2) Από τον συνδυασμό παραγωγισμού και καταστροφισμού της Κ.Δ. προκύπτει ότι η αποτελεσματική άμυνα κατά του φασισμού και η ήττα του θα φέρει αυτόματα την καπιταλιστική κατάρρευση, αφού οι αστοί – ακόμη και εκείνοι που κοντοπρόθεσμα είναι αντιφασίστες – θα στερηθούν την «ύστατη λύση» τους και θα αντιμετωπίσουν πια το ισχυρό εργατικό κίνημα στη δεύτερη-σοσιαλιστική φάση. Όσο αδόκιμο είναι να σπάσεις την αντιφασιστική συμμαχία με την προοδευτική αστική τάξη ενώ δεν έχει ακόμη νικηθεί ο φασισμός (γιατί έτσι θα παραταθεί η «φασιστική» αστική κυριαρχία), άλλο τόσο λάθος είναι να εκτιμήσεις ότι ο καπιταλισμός μπορεί να επιβιώσει μετά την ήττα του φασισμού.
3) Προκύπτει ακόμη ότι η όποια συνέχιση της καπιταλιστικής παραγωγής είναι αναγκαία στην ενδιάμεση φάση διότι οξύνει την αντίθεση παραγωγικών δυνάμεων - παραγωγικών σχέσεων και οδηγεί και αυτή στην «κατάρρευση». Η θέση αυτή αποτελεί συνέχεια του καουτσκισμού με την έννοια ότι, α) η τάση κοινωνικοποίησης του μονοπωλιακού καπιταλισμού προετοιμάζει τον σοσιαλισμό, β) η τεχνολογική ανανέωση και η συγκεντροποίηση είναι δυνάμεις που αργά ή γρήγορα προσκρούουν στο μονοπωλιακό καπιταλιστικό πλαίσιο (πρβλ. και την κατοπινότερη σοβιετική θέση περί «Επιστημονικοτεχνικής Επανάστασης»). Έτσι, η θέση αυτή λειτουργεί ως ενδιάμεση ανάμεσα στον καουτσκισμό (όπως ενδεχομένως και κάποιες παρεξηγήσιμες θέσεις του Λένιν περί «σαπίσματος») και στη μεταπολεμική θεωρία του «Κρατικού Μονοπωλιακού Καπιταλισμού».
Η θέση της Κ.Δ. περί αυστηρής διάκρισης της «μετωπικής» από την επαναστατική φάση και περί προτεραιότητας της «υπεράσπισης της ΕΣΣΔ» οδηγεί σε μια πρώτη διατύπωση και μορφοποίηση ενός κομμουνιστικού μεταρρυθμισμού έναντι του αστικού κράτους. Όπως θα υποστηρίξουν αρκετά χρόνια αργότερα οι φορείς της ιταλικής κομμουνιστικής κίνησης «Μανιφέστο» («200 θέσεις για τον Κομμουνισμό», Αθήνα 1976), η μετωπική πρακτική οδηγεί σε μια σταδιακή πρακτική εγκατάλειψη των άμεσα επαναστατικών χαρακτηριστικών των Κ.Κ., και τα εισάγει στην αστική πολιτική σκηνή με έναν τρόπο πιο «εσωτερικό».
Η τάση του κομμουνιστικού μεταρρυθμισμού είναι αυτή που βάζει φρένο στο μεγάλο απεργιακό κίνημα του καλοκαιριού του 1936. Σε μια συγκυρία κοινωνικής πόλωσης, η οποία συγχωνεύει την ωρίμανση της οικονομικής κρίσης του 1929-1932 με άμεσα αρνητικές συνέπειες για την εργατική τάξη (υψηλή ανεργία, λοκάουτ κλπ.) με την άνοδο της Ακροδεξιάς (ενίσχυση φασιστικών οργανώσεων όπως η Solidarite, η Caggule, οι «Σταυροί της Φωτιάς» και το κόμμα του Ντοριό, σοβαρές ταραχές τον Φεβρουάριο 1934 με κύριο ρόλο των φασιστών), οι εργάτες καταλαμβάνουν τα μεγάλα εργοστάσια του Παρισιού και συγκρούονται με τις δυνάμεις της τάξης.37 Ανεξάρτητα από το αν η συγκυρία είχε όντως προεπαναστατικά χαρακτηριστικά ή όχι (ο Κλαουντίν το αμφισβητεί) θα μπορούσαν αν υπάρξουν πολύ σημαντικές κατακτήσεις έναντι της αστικής τάξης. Το Κ.Κ. έπαιξε πρωταγωνιστικό ρόλο στο σταμάτημα της απεργίας, «μαζεύοντας» τις οργανώσεις του και την C.G.T. και καταγγέλλοντας την Αριστερά του Γ.Σ.Κ. (Μ. Πριβό, Γκερέν κ.ά.) ως «αριστερίστικη» και «τυχοδιωκτική». Λειτούργησε, έτσι., για πρώτη φορά ως «κόμμα της τάξης» μ’ έναν τρόπο που θύμιζε αρκετά τον ρόλο του καουτσκισμού το 1910-1911 στην πρωσική αναταραχή για το εκλογικό δικαίωμα. Το σημαντικότατο ανέβασμα του εργατικού κινήματος το 1936 (το πιο σοβαρό από το 1871) φρεναρίστηκε με αντάλλαγμα αυξήσεις μισθών και κάποιες παραχωρήσεις κοινωνικής προστασίας (συμφωνίες της Γκρενέλ), ενώ θα μπορούσε, αν είχε αριστερή καθοδηγητική γραμμή, να φτάσει αρκετά κοντά στο να θέσει ζητήματα εξουσίας (όπως υποστηρίζει ο Κλαουντίν). Όπως υποστηρίζουν με σαφήνεια οι ηγέτες του γαλλικού Κ.Κ.: «Το Λαϊκό Μέτωπο δεν είναι η επανάσταση» και «Δεν πρόκειται να θίξουμε την αστική ιδιοκτησία».
Το πρώτο μισό της δεκαετίας του 1930 είναι αντικειμενικά μια περίοδος όξυνσης των αντιθέσεων στη Δυτική Ευρώπη και δημιουργίας εστιών κρίσης εκπροσώπησης αρκετά παραπλήσιων με την επαναστατική περίοδο 1917-1923. Αντιδιαμετρικά προς τον φασισμό εμφανίζονται ξανά όψεις μιας επαναστατικής εργατικής τάσης στο προσκήνιο. Η γραμμή του μετωπισμού, αν και αρχικά εγείρει προσδοκίες, λειτουργεί προς την απορρόφηση της κρίσης εκπροσώπησης. Αν στη Γαλλία αυτό συμβαίνει με την ανάσχεση του εργοστασιακού κινήματος;, στην Ισπανία, όπου το 1936 ξεσπά μια αυθεντική σοσιαλιστική επανάσταση, η συνδυασμένη στρατηγική ΕΣΣΔ-Κ.Δ. και Κ.Κ. Ισπανίας συντελεί άμεσα στην καταστολή της. Η ήττα της ισπανικής επανάστασης το 1937, αλλά και η υποχώρηση του κινήματος στη Γαλλία του 1936 συνδέονται άμεσα με την ήττα των Δημοκρατικών στον ισπανικό Εμφύλιο, την προετοιμάζουν.38
Στο πλαίσιο αυτής της μελέτης δεν είναι δυνατό να καταπιαστούμε με την περιγραφή των πολύμορφων προβλημάτων της ισπανικής επανάστασης. Αρκούμαστε στο να διαπιστώσουμε ότι ενώ το γαλλικό ΛΜ περιόρισε τα όρια της εργατικής κινητοποίησης σε ένα οικονομικό διεκδικητικό πλαίσιο και στη στερέωση του ρόλου του γαλλικού κράτους ως αντιναζιστικής δύναμης (στόχος, στον οποίο τελικώς απέτυχε καθώς μάλλον ώθησε την αστική τάξη προς τη συμφιλίωση με τον φασισμό), το ισπανικό ΛΜ αντιμετώπισε μια καθαρά επαναστατική κρίση, όπου διαφάνηκαν οι απώτερες συνέπειες της μετωπικής στρατηγικής. Στο πλαίσιο αυτής της κρίσης η σαφής διαφοροποίηση των δυο φάσεων (μετωπική/επαναστατική) μετέτρεψε σταδιακά (με την άμεση συνδρομή του Στάλιν) το ΛΜ σε «στρατηγείο της αντεπανάστασης».39
Ανακεφαλαιώνοντας: το προπολεμικό ΛΜ θέτει σε μεγάλο βαθμό τα σπέρματα της μεταπολεμικής στρατηγικής «κοινωνικού συμβιβασμού», αναφορικά και με τις δυο πτέρυγες του εργατικού κινήματος. Επίσης, προετοιμάζει την «αριστερή ενότητα» των αντιστασιακών κινημάτων αλλά και τις συμβιβαστικές τάσεις «εθνικής ενότητας» που αναπτύσσονται μέσα σε αυτά. Στο πλαίσιο, όμως, της προπολεμικής κρίσης εξουσίας, το ΛΜ «κατορθώνει» μόνον να ανασχέσει την τάση προς επαναστατικές λύσεις. Δεν πετυχαίνει ούτε ως προς μια μεταρρυθμιστική στρατηγική ούτε ως προς την ικανοποιητική ανάσχεση του φασισμού/ναζισμού.





Το κείμενο αποτελεί μέρος άρθρου του Δημήτρη Μπελαντή που δημοσιεύτηκε στο περιοδικό Θέσεις, τ. 105 τον Οκτώβριο του 2008, με τίτλο: "ΤΟ ΕΓΧΕΙΡΗΜΑ ΤΟΥ «ΕΙΡΗΝΙΚΟΥ ΔΡΟΜΟΥ». ΌΨΕΙΣ ΤΟΥ ΑΡΙΣΤΕΡΟΥ ΚΥΒΕΡΝΗΤΙΣΜΟΥ ΣΤΟΝ 20Ο ΑΙΩΝΑ"

Σημειώσεις:
33 Βλ. αναλυτικά Φ. Κλαουντίν, Η κρίση του παγκόσμιου κομμουνιστικού κινήματος, τ. Α΄, 1980, σσ. 163-199, ο οποίος παραπέμπει και στα έργα αναφοράς των Georges Lefranc, Histoire de Front Populaire, Paris 1965 και Daniel Guerin, Front populaire, revolution manquee: Temoignage militant, Paris 1963.
 
34 Λ. Τρότσκυ, Ο φασισμός και το εργατικό κίνημα στη Γερμανία, Αθήνα 2008 (επανέκδοση).
 
35 «Γύρω από το πρόβλημα των συμμαχιών», Αγώνας για την Κομμουνιστική Ανανέωση, τ. 7/1979.
 
36 Βλ. και σε Ν. Πουλαντζά, Φασισμός και Δικτατορία, Αθήνα 1975.
 
37 Μια πολύ ωραία περιγραφή σε Ι. Έρενμπουργκ, Η πτώση του Παρισιού, Αθήνα 1979, Δωδώνη.
 
38 Σε Φ. Κλαουντίν όπ.π., σσ. 199 επ., Φ. Μόρροου, Επανάσταση και Αντεπανάσταση στην Ισπανία, Αθήνα 1977, Πρωτοποριακή Βιβλιοθήκη.
 
39 L. Trotsky, The Spanish Revolution, Pathfinder, N.Y., 1973. Επίσης βλ. τη γλαφυρή περιγραφή του Χ. Μ. Έντσενσμπέργκερ στο Σύντομο καλοκαίρι της αναρχίας, Αθήνα 1975, Οδυσσέας.